ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ -αείμνηστου Απόστολου Γ. Σπυρόπουλου Καθηγητή Θεολόγου
Ο ΒΕΛΑΝΙΔΩΝΑΣ «ΜΑΝΙΝΑΣ» ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ, ΤΟ Β Ε Λ Α Ν Ι Δ Ι, -αείμνηστου Γερ. Ηρ. Παπατρέχα, Λαογράφου
Επίσκεψη στη χώρα των βελανιδιών -Margit Grupe–Δημητρακοπούλου, Μτφ. Γ. Λαγουδάκου
Ο ΦΡΑΞΑΣ ΛΕΣΙΝΙΟΥ -Κωνσταντίνου Γ. Λαμπόβα, Συνταξιούχου Εφοριακού
Βαλανιδιά (δρυς) -Τζογάνη Αποστόλη, πρόεδρο του συλλόγου «Παιώνια»
ΔΑΣΟΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ-Βασιλικής Βλάμη, Σταμάτη Ζώγκαρη και καθηγητή Παναγιώτη Δ. Δημόπουλου
ΤΟ ΛΙΓΟΒΙΤΣΙ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ
ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ Του αείμνηστου Απόστολου Γ. Σπυρόπουλου Καθηγητή Θεολόγου Δεκέμβριος 1972 Μια ενδόμυχη παρόρμηση με ωθεί κάπου – κάπου να ξεφεύγω από την γοητευτική μαγεία της δαντελωτής δυσμικής Ακαρνανικής ακτής και να εισχωρώ στην τραχειά βουνίσια ενδοχώρα της. Και καταντά η παρόρμηση τούτη ακατανίκητη , σαν αντικρύζω από το πρόσχαρο ακροθαλάσσι του Μύτικα τον αρρενωπό Ξηρομερίτικο Μπούμιστο, παραδίπλα στο πριονωτό Περγαντί, ανταροσκέπαστα και αγέρωχα και τα δυό δίδυμα βουνά της επαρχίας μας, τραχειά και ευγενικά συνάμα, που οι διακλαδώσεις τους και τα προσπόδια τους, αλλεπάλληλες βαλαώρες, απολήξεις λες νερόχαρες, σάμπως νούφαρα, εισδύουν, στα ζαφειρένια νερά της θάλασσας του Ιονίου, σαν αφρόλουστα ακρωτήρια (Καμιλαύχα – Τουρκόβιγλα), κολπίσκοι (Πλατυγιαλιού, Άη Παντελεήμονα) και νησοσσυστάδες (Εχινάδες). Μια διείσδυση όμως στην ενδοχώρα του Ξηρομέρου αποτελεί, δυστυχώς, και στις ημέρες μας ακόμα τρανή ταλαιπωρία και ανείπωτη περιπέτεια, απαιτεί αντοχή ψυχοσωματική και χρειάζεται απόθεμα εγκαρτερήσεως για να εξουδετερωθεί η πικρία της συγκοινωνιακής αθλιότητας. Δεν άλλαξαν και πολύ οι βιοτικές συνθήκες για μερικά διαμερίσματα της χώρας μας από τον καιρό του Μεγάλου Ξεσηκωμού ή την εποχή του μεγαλουργού Χαριλάου Τρικούπη. Δεν ισχύει βέβαια απόλυτα αυτό για το Ξηρόμερο, το ηρωϊκό και ακατάβλητο «βιλαέτι» της κλεφτουριάς και ούτε η εικόνα που σήμερα παρουσιάζει είναι ίδια, όπως μας την άφησε ο ποιητής – βουλευτής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης σε αγόρευσή του στη Βουλή, όταν βροντοφωνούσε: «Ουδεμία οδός διασχίζουσα τα φοβερά και προαιώνια δάση, ουδεμία γέφυρα δι’ής να ζευγνύωνται οι ποταμοί και οι χείμαρροι, ουδέν κέντρον δικαιοσύνης ή διοικήσεως. Παντού ερημία, παντού ενέδραι. Η φύσις αχαλίνωτος έμεινε κυρία των διαθέσεων και των ορμών της. Οι λύκοι ωρύονται εν πλήρη μεσημβρία, εκεί εμφωλεύουσι αγέλαι αγριοχοίρων, οι αετοί συνδιαλέγονται μετά των ποιμνίων, ακινδύνως ενδιαιτώνται ποίμνια ελάφων και δορκάδων». Μα η φυσιογνωμία του τόπου διατηρείται ακόμα, όπως και η ψυχοσύνθεση των κατοίκων της ορεινής περιοχής απαράλλαχτη, γιατί «τι παράδοξον αν και ο άνθρωπος, προϊόν χώρας περικλειούσης εν τοις σπλάχνοις αυτής γιγαντιαίας δυνάμεις, γεννάται καθ’ομοίωσιν και εικόνα του περιστοιχίζοντος αυτόν θεάματος….Πως είναι δυνατόν να μη γεννώνται και εν τη καρδία του ανθρώπου ορέξεις και πάθη φέροντα την σφραγίδα της γης της γεννήσεώς του και όλως εν αρμονία προς τα αντικείμενα , υφ’ ών περικυκλούνται;» (Αρ. Βαλαωρίτης) Αδιάψευστος μάρτυρας, με την ανυπέρβλητη αφηγηματική του τέχνη ο λογοτέχνης Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, που οδοιπορώντας για την Ήπειρο σημειώνει έτσι τις εντυπώσεις του, προσδιαβαίνοντας ξυστά λιγάκι την Ακαρνανία, στον δρόμο Αγρινίου – Αμφιλοχίας: «Η Ακαρνανία είν’ ένας τόπος γυμνός. Βουνά ατελεύτητα, οι δυό λίμνες, η Οζηρός κι’ η Αμβρακία, γαλάζιες ανεκύμαντες θάλασσες, αριοί οικισμοί, κ’ ερημιά, ερημιά. Ένας κόσμος που τη ζεί τη ζωή του με μόχθο, που παιδεύεται ανελέητα νύχτα και μέρα και που έχει το πόδι γοργό και τη ματιά κοφτερή. Κάμποι λιγοστοί και στενοί, όλα λιγοστά, να τη σκληραίνουν την καρδιά του του ανθρώπου, καθώς βρίσκεται αναγκασμένος ν’ασφαλίζει την υπαρξή του και την προκοπή του μέσα σε μια φύση αντίμαχη. Κι’ ωστόσο, είναι μια χώρα με κάποιο νόημα η Ακαρνανία. Και στον περαστικό, που δεν κατόρθωσε να ξεσκολίσει την αριθμητική, το όραμά της προσφέρει αλλόκοτη αναγάλλια. Πέτρα και λειψή φυτεία και ακινησία και σιγαλιά μέσα στη μέρα την αργοκίνητη του καλοκαιριού. Και κάπου κάπου ένας τσοπάνος να περισκεπάζει με την άγρυπνη προσοχή του το φτωχό του κοπάδι και μια μάντρα ερημική κ’ ένα χαμόσπιτο σφαλισμένο και το τείχος το αρχαίο σταχτί, απομεινάρι μιάς βιοτικής περιπέτειας εξίσου σκληρής – εκει πέρα και το ελάχιστο κατέχει σημασία. Η Ακαρνανία έχει την πέτρα βαρειά και το χώμα φτενό και το ήθος αφίλιωτο. Άνθρωποι που γεννιούνται σε μονωμένα χω ριά και τον κόσμο τον άλλο, όσοι δεν ζούνε σιμά στην θάλασσα, στη χάση και στην φέξη τον απανταίνουν και που τους δέρνουν οι βοριάδες κ’οι βροχές οι απανωτές στα μακρινά χειμαδιά, έχουν και τον λόγο κοφτό και τη σκέψη πυκνή και την καρδιά μονοκόμματη. Βουνίσιοι και καμπίσιοι διαφεντεύουν με πείσμα το έχει τους. Κ’είναι κατακόρυφοι και στις αγάπες τους και στις αμάχες τους» (Ελληνικοί ορίζοντες). Σκεφθήτε τώρα πιο μέσα! Και μείς θα εισχωρήσουμε πιο μέσα, στην καρδιά του Ξηρομέρου, που χαμηλοϊσκιώνουν τα Ακαρνανικά και που στα βαλανιδοφόρα δάση του ανακαλούνται μνήμες κλεφταρματολών μα και ληστοφυγοδίκων, βασιλεύει απόλυτη γαλήνη, αν δεν ακούγεται ανάρια – ανάρια ντουφεκιού κρότος, ξεπροβάλλουν αγεφύρωτες χαράδρες μα και σπηλαιότρυπες προϊστορικής ζωής και το παράδοξο, μέσα στην ανατριχιαστική ξεραϊλα, ξάφνου αναπηδούν νερομάνες (Αχυρά – Κορωπή – Λεσίνι) που χορταίνουν τα διψασμένα χείλη χιλιάδων ταλαιπωρημένων χωρικών και δροσοποτίζουν τα θραψερά τους κηπευτικά προϊόντα. Σ’ όλη την έκταση της Ξηρομερίτικης ενδοχώρας υπάρχουν διάσπαρτες αρχαιότητες, ρημάδια δόξας πατρογονικής, κάστρα και πύργοι και τειχιά. Πανάρχαια χνάρια μυθικά, μα και κλασσικά και βυζαντινά, που η πέτρινη μορφή τους, στέριωσε σε ιστορία τους πιό μεγάλους θρύλους των αιώνων, του Οδυσσέα τα παλάτια, του Αλκμαίωνα τα κατατόπια, του Αλυζέα τα κτίσματα, του Κεκροπέα τα κάστρα. Τειχιά που η σκληράδα τους χαράζει μέσα στην μνήμη σημαδιακά την πολύμηνη απελπισμένη αντίστασή τους, όταν οι ακατανίκητοι Ρωμαίοι κι’ άλλοι εχθροί της Ρωμιοσύνης, βαλθήκανε να τα χαλάσουν, να τα συντρίψουν. Τειχιά που γεράζουν τώρα ειρηνικά, ανάμεσα στα λουλούδια και στα αγριοβότανα, ανίσχυρα και αποξεχασμένα. Τριγύρω από την υπερήφανη μα άχρηστη δύναμή τους θεριεύουν τ’αγριόχορτα, η μοναξιά και η λησμοσύνη. Σχετικά με τις αρχαιότητες του Ξηρομέρου και ευρύτερα της Ακαρνανίας, έγραψε ο Leon Henzey στο μνημειώδες βιβλίο του «Le mont Olympe et l’Akarnanie” και μας έδωσε τέλεια εικόνα της ορεινής και απόκεντρης χώρας με τα «εκπληκτικώς πολυάριθμα και εξαιρέτως διατηρούμενα τείχη» Αυτά διατηρούνται ανέπαφα σχεδόν, γιατί η λυσσασμένη τυμβωρυχία κατέστρεψε με μανία ανελέητη μονάχα τους αναρίθμητους τάφους στις νεκροπόλεις.«Τα υπερήφανα ερημικά παλαιόκαστρα μένουν εκεί – όπως ετόνιζε, στο αρχαιολογικό Δελτίο (Τόμος Δ, 1918) ο μακαρίτης Κ.Ρωμαίος – εις το πείσμα του χρόνου ως επί το πολύ όρθια και παρέχουν μέγα υλικόν εις την σπουδήν της τοπογραφίας και ιστορίας των Ακαρνάνων»Και στη συνέχεια του ερευνητικού οδοιπορικού του ο ακούραστος ανδρομάρης σημειώνει:«Μεγάλαι είναι αι εκ των Ακαρνανικών τειχών εντυπώσεις, ποικίλαι και ακατάπαυστοι. Σχεδόν καθ’εκάστην ο ταξειδιώτης έχει να απολαύσει την θέσιν ενός πάντοτε ενδιαφέροντος αρχαίου φρουρίου. Διότι δεν απέχουν κατά μέσον όρον πλέον των 3-4 ωρών το έν του άλλου. Άν επικρατεί η αυτή παντού τοιχοδομία, η πολυγωνική, όμως η διάφορος φύσις του οχυρωμένου τόπου πρώτον, έπειτα η ποικιλία του σχεδίου και αι λεπτομέρειαι αποτελούν σειράν μέχρι τέλους γοητευτικήν. Αλλ’ υπέρ πάσας τας επιστημονικάς παρατηρήσεις εξέχει το θεαματικόν μέρος. Εδώ το τείχος διέρχεται υψηλόν και επιβλητικόν δια μέσου υψικόμων δρυών, εκεί περισσότερον ερειπωμένον καλύπτεται και οπλίζεται υπό θάμνων, περαιτέρω αναρριχάται εις βράχους προς ούς συγχέεται προς στιγμήν, ως άλλο έργον της δημιουργίας. Τώρα ο υψηλός πύργος μέσα εις απόλυτον ερημίαν, ενώ ο ήλιος λάμπει ή ουδείς ακούεται ψίθυρος ζωής διηγείται αφώνως και αδρομερώς εις τον μικρόν κάτω επισκέπτην την μεγάλην ιστορίαν του. Μετ’ ολίγον η γειτονική πύλη με τους λιθίνους όγκους νομίζεις ότι προσλαμβάνει ζωήν, εις το σάλευμα των σκιών που ρίπτουν επάνω οι σειόμενοι υπό του ανέμου κλάδοι. Η ζωή κατόπιν γίνεται εντονωτέρα με την προσέγγισιν του ποιμνίου. Η σημαντική μορφή του βοσκού με την αγκλίτσαν επί υψηλού μέρους του τείχους, αι πάσας τας αναβάσεις τολμώσαι αίγες και οι απειλητικοί σκύλοι παρέχουν τόσας άλλας απόψεις».Τα κάστρα του Ξηρομέρου είναι υποβλητικότερα και διατηρούνται ασφαλέστερα και από τα φημισμένα της Μεσσηνίας τείχη, όπως των Οινιαδών (Τρικάρδου), της Παλαίρου (Κεχροπούλας), Κορόντων (Χρυσοβίτσας), αλλά οι αρχαιολόγοι σπανιώτατα επισκέπτονται τους θαυμασίους τόπους των, γιατί τάχα είναι απόκεντρα και τα αγνοούν μέχρι σήμερα φιλότεχνοι και ζωγράφοι (εκτός από την φιλότιμη προσπάθεια του Ρουμελιώτη ζωγράφου Βασιλείου, που σε ημερλόγιο της εταιρείας Τσιμέντων έδωσε θαυμάσιους πίνακες των Οινιαδών, της Στράτου και άλλων ενδιαφερόντων τοπίων του Αιτωλοακαρνανικού χώρου).Είναι χτισμένα με το ψευδισοδομικό σύστημα, αν και αρχικά εχτίστηκαν με τον πολυγωνικό τρόπο, μα οι επισκευές ή προσθήκες που επακολούθησαν έγιναν αφορμή να αλλάξουν όψη.Αξίζει πολλαπλά τον κόπο να επισκεφθεί κανείς τα τείχη των Κορόντων (Χρυσοβίτσας), των Δηριέων (Λιγοβιτσιού), χτισμένα ίσως απάνω στην ομηρική ακρόπολη της Αιγίλιπας, της Μητροπόλεως (παράπλευρα στο χωριό Αετό κατά μία εκδοχή), με την αυλόπορτά τους, που είναι από τα εκπληκτικότερα ερείπια της αρχαίας Ελλάδος και που ρημάχτηκε από τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε΄ (219 π.χ.) του Φυτίου, τα προϊστορικά τείχη Κομποτής, στη βόρεια πλαγιά του Μπούμιστου, δίπλα στο χωριό Μπέρσεβο, σε δυό συνεχόμενους λόφους, με τους σκορπισμένους τριγύρω σπονδύλους κιόνων, τις μεγάλες καλοεπεξεργασμένες ασβεστολιθόπετρες μιας άγνωστης ακαρνανικής πόλεως και των ανακτόρων της (ίσως του Οδυσσέα), τα ερείπια της Κορινθιακής αποικίας του Σολλίου (στην Πλαγιά) πάνω σε απότομες ράχες ή το φρούριο της βυζαντινής πόλεως του Αετού και του Γρίβα τον πύργο.Ακόμα την Παλαιομάννινα, για να μελετήσει τα τείχη της αρχαίας Σαυρίας με την εξαιρετικής τέχνης πύλη προς τον Ασπροπόταμο, ριζωμένα στα χνάρια της προϊστορικής Οιναίας, τα κυκλώπεια τείχη της Μεδεώνος, το τριγωνικό φρούριο «Καστρί» της Αλυζίας και τόσα και τόσα άλλα.Τέλος να χαρεί το μουσείο του Θυρρείου με τα πλούσια εκθέματά του (αγάλματα, επιτύμβιες στήλες, σύμπλεγμα του Μίθρα, σαρκοφάγους, κομμάτια ψηφιδωτών δαπέδωνκ.λ.π.), που μαρτυρούν πολιτιστική ανάπτυξη σημαντική.Έπειτα πώς να παραλείψει και τα ονομαστά μοναστήρια, της φημισμένης Ρόμβης, της ιστορικής «Πόρτας» ή της Λιγοβιτσάνας Παναγιάς, που η μοναξιά τους γεμίζει από την στοργική παρουσία του Θεού μονάχα, αφού οι άνθρωποι του 20ου αιώνα τα έχουν αποξεχάσει.Η Ρόμβη, πλούσια εικονογραφημένη, με νάρθηκα καμαρωσκέπαστο, όπου ηγουμένευσε ο Βαρθολομαίος Ζαβογιάννης «λείψανον επιζών του Ιερού Αγώνος» και που πρόσφερε οικόπεδο για να χρηματίσει στην κατασκευή αλληλοδιδαχτικού σχολείου. Η περίφημη μονή «Πόρτας», δηλαδή το μοναστήρι του Άη Γιωργιού, σιμά στο χωριό Μπαμπίνη, βυζαντινό που ξαναχτίστηκε στο 1726, όπου κρύβονταν κλεφταρματωλοί (Μηλιώνης – Κατσαντώνης – Μεϊντάνης).Αλλά ξεπερνά σε θέση και θέα και επιβλητικότητα όλα τα Ξηρομερίτικα μοναστήρια το ιστορικό μα και περίβλεπτο Λιγοβίτσι, σε ύψωμα αγέρωχο, σαν θεσπέσιος εξώστης λίγο χαμηλότερα από την καστροπύργωτη κορυφή γειτονικού λόφου.Τούτο ιδρύθηκε στα 1737, όπως αναγράφει εντειχισμένη πλάκα στο αψιδωτό υπόστεγο της στέρνας της. Κρεμασμένο πάνω από την λίμνη Οζηρό, φωλιασμένο σε βαλανιδοδάσος, αγναντεύει δυσμικά το τραχύ Ξηρόμερο και ανατολικά τον ποταμόχαρο Αγρινιώτικο κάμπο. Φρουριακό συγκρότημα η εξωτερική γραμμή, ψηλοί τοίχοι, πλακόστρωτη αυλή, θαυμάσια λόντζα, πυλώνας θολωτός, λεπτοκαμωμένες κολώνες, κελλιά αραδιαστά, θολωτό λαγούμι, που οδηγεί σε έξοδο μυστική, κάβα για τα άφθονα κρασιά των χρόνων της ακμής, υπέρυθρα με γλυπτά λιονταριών, δικεφάλων αετών, πτηνών που ραμφίζουν σταφύλια και τόσα άλλα ενδιαφέροντα, που άδικα πασχίζουν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον σήμερα των λιγοστών επισκεπτών στην απομόνωσή του, που όμως άλλοτε ήταν το κεντρικότερο, ονομαστότερο και πλουσιώτερο μοναστήρι.Αυτή η απομόνωση αποτελεί το θλιβερό μοτίβο σ’ όλη την διαδρομή του Ξηρομέρου. Απομόνωση, συγκοινωνιακή απομόνωση, αν δεν υφίσταται συγκοινωνιακή αθλιότητα.Γιατί άραγε τόση εγκατάλειψη, ξεχύνεται το παράπονο και βουρκώνουν τα μάτια. Ποιά κακομοιριά συσσωρεύτηκε δεκαετηρίδες τώρα σε τούτα τα χώματα, τα χιλιοποτισμένα με ιδρώτα και αίματα, τα ανυπόταχτα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και φιλελεύθερα; Γιατί καταδικάστηκε σε λησμονιά και έμεινε αναξιοποίητη τουριστικά η ενδοχώρα, γιατί να διατελεί ακόμα με το αναπάντητο παράπονο του παλιού Ακαρνάνα λογίου Δημήτρη Παπαντωνοπούλου, που έτσι διαζωγράφιζε στον Πεντηκονταετηρικό του λόγο την κατάσταση εδώ και χρόνια εκατό: «Το Ξηρόμερο, η ηρωϊκή αύτη γη και αθάνατος πατρίς ηρώων και ηρωϊδων, χώρα πυριγενής και πυρφόρος, κατοικία διηνεκής του φοβερού Θεού Άρεως, το άπτωτον προπύργιον των Ελληνικών ελευθεριών, το ενδιαίτημα τούτο και ενηβητήριον των σιδηροφόρων Ακαρνάνων των μεθ’όπλων την δίαιταν ποιουμένων νυκτός τε και ημέρας, το Ξηρόμερον λέγω, ουδέν έργον κυβερνητικόν κατά δυστυχίαν παρουσιάζει εν αυτώ, αποδεικνύον την πατρικήν πρόνοιαν των κατά καιρούς κυβερνήσεων. Διότι διατελεί έχον την αυτήν όψιν, ήν έλαβε παρά του δημιουργού από τον καιρόν του Αδάμ και της Εύας, γραφικότερον ειπείν, επειδή ούτε δρόμους αμαξωτούς έχει, ειμή ατραπούς τινας (μονοπάτια) δια λύκους και αίγας μάλλον ή ανθρώπους κοινωνικούς προς επιμιξίας ερχομένους αλλήλοις και ταύτας δε μοιραίως πως τιμηθείσας κατά τύχην και ανεπιλογίστως».Με εγκαρτέρηση βιβλική αναμένουν οι κάτοικοι την διάνοιξη δρόμων, την διαπλάτυνση ατραπών, το γεφύρωμα χειμάρρων` αναμένουν να μετατραπούν οι γιδόστρατες σε ανθρώπινες στράτες, οι χωματόδρομοι σε χαλικόστρωτους δρόμους, οι επαρχιακοί δρόμοι να νοικοκυρευτούν, να στρωθεί κάπου ένα στρώμα ασφαλτόπισσας, να περάσει μια «εθνική οδός». Μάλιστα, μια εθνική οδός, εγκάρσια στο χώρο του Ξηρομέρου, που ξεκινώντας από το Αγρίνιο να καταλήγει στον Αστακό και μια δεύτερη (παρακλάδι) στον χαριτωμένο Μύτικα. Μια άλλη παραποτάμια, που αρχίζοντας από την θέση «Κουβαρά» να περνά στα χωριά Γουριώτισσα, Ρίγανη, Παλαιομάννινα – Στρογγυλοβούνι (αποσυμφορώντας την υπάρχουσα αρτηρία Αμφιλοχίας – Αγρινίου – Μεσολογγίου) και μια κεντρική, σαν άξονας βασικός του Ξηρομέρου με απαρχή τον Αστακό και μέσω Βλυζιανών κατ’ ευθεία στο Αετό και πέρα την Κατούνα για να καταλήξει στην ακτή του Αμβρακικού κόλπου. Έτσι θα εξυπηρετηθεί και η οικονομία της περιοχής, έτσι θα ανασάνουν τα χωριά της, έτσι θα χαρούν τα αγαθά του πολιτισμού. Το νερό με το μεγάλο έργο υδρεύσεως το χόρτασαν από χρόνια, το φως άρχισε να φωτίζει με το φροντισμένο της ΔΕΗ δίκτυο τα θεοσκότεινα μικροχώρια και τα ρουμάνια της και οι ελπίδες άρχισαν σαν πουλιά να φωλιάζουν στις καρδιές των τυραγνισμένων ανθρώπων. Μια συμπύκνωση των διάσπαρτων οικισμών, ώστε να δημιουργηθούν αγροτουπόλεις, δεν θα αστοχούσε καθόλου.Τα μικρά Ξηρομεροτοχώρια, σπαρμένα εδώ και κει, σε κακορίζικες πλαγιές και βαλαώρες, με την ξεθωριασμένη όψη, μέσα σε άγονη πολλές φορές και πετρώδη περιοχή του στουρναριού και του πουρναριού, όπου προβάλλουν κάπου – κάπου μερικές πρωτόγονες πεζούλες και λίγα – μετρημένα – πετροχώραφα, δεν αποτελούν ευχάριστο θέαμα στις μέρες μας. Ήταν καταφύγια ανάγκης στα χρόνια της σκλαβιάς, τότε που ο Άρης έβαφε με αχνιστό ελληνικό αίμα την Πατρίδα μας. Με τις λίγες και ατροφικές ρίζες του φαρμακερού καπνού, που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν σε χώμα ή σε λιθάρι είναι ριζωμένες, παρέχουν μια θλιβερή εικόνα της αγροτικής καλλιέργειας και του ασταμάτητου μόχθου και του αγώνα των ξερακιανών χωρικών, που προσπαθούν να στεριώσουν την ζωή τους πάνω στα άχαρα και τραχειά τούτα στουρναροτόπια, παλεύοντας νυχτόμερα με το αλέτρι και το τσεκούρι.Ένα συγχρονισμένο βυρσοδεψείο από τα υπεράφθονα βαλανίδια θα ημπορούσε άριστα να λειτουργήσει, μερικά ακόμα τυροκομεία να προκόψουν, ένα εργστάσιο ζωοτροφών δεν είναι δύσκολο να ευδοκιμήσει, μα για όλα αυτά επιβάλλεται, εκτός των άλλων προϋποθέσεων, να συσταθεί ξεχωριστός νομός Ακαρνανίας για να διαθέτει τις απαραίτητες πιστώσεις.Μια ιδέα σπέρνουμε με την πρότασή μας, που ευχόμαστε να πραγματωθεί σύντομα. Άλλοι έχουν τον λόγο και τα επιχειρήματα ισχυρότερα, σε μας έλαχε ο κλήρος να ρίξουμε πεταχτές ματιές στην Ξηρομερίτικη ενδοχώρα, να απεικονίσουμε την φυσιογνωμία της, να υπογραμμίσουμε τις γραφικότητές της, να σημειώσουμε τις αρχαιότητές της, να διαπιστώσουμε μερικές ανάγκες της, να θίξουμε κάποια προβλήματά της, γιατί συμπαθούμε τους βαρειόμοιρους κατοίκους «τους ηλιοστάλακτους και μελιχρούς συμπατριώτες μας», όπως θα έλεγε ο προμνημονευθείς λόγιος, που δεν είναι «θεσιθήραι ουδέ αρχολίπαροι και σπουδαρχίδαι» αλλ’ «αγραυλούντες και γεωργούντες και κατ’ όρη και κατά λειμώνες κτηνοτροφούντες, συνεισφέροντες δηλονότι εις τον δημόσιον ταμείον πάντοτε ουδέν απολαμβάνοντες»
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αριστοτέλους Βαλαωρίτου : ΑΠΑΝΤΑ, τόμος Β΄ Αθήναι 19552.
2. Ι.Μ. Παναγιωτοπούλου : ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, έκδοση Β΄ΙΚΑΡΟΥ.
3. Θωμά Μποκόρου: ΑΙΤΩΛΙΑ – ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ (Μνημεία – ήρωες – θρύλοι) Αγρίνιο
4. Κ. Ρωμαίου: Ανά την Ακαρνανίας (ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ Τόμος Δ΄).
5. κ.σ.Κώνστα: Το μοναστήρι του Λιγοβιτσιού (Επιφυλλίδα στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15 – 8-1964).
6. Δημητρίου Παπαντωνοπούλου, Ακαρνάνα ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ – Αθήναι.
7. Αποστόλου Γ. Σπυροπούλου : ΑΓΡΟΤΟΥΠΟΛΙΣ (Περιοδικόν Περιηγητική Τεύχος 101) Μαϊου 19678.
8. Αποστόλου Γ. Σπυροπούλου: Η δυτική παραλιακή περιοχή της Ρούμελης (Εφημερίδα ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ).
9. Σωφρονίου Παπακυριακού: Χριστιανικά μνημεία – Περιοδικόν ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ, Τόμος Α΄.
Επίσκεψη στη χώρα των βελανιδιών
Μόλις έχω επιστρέψει από το ταξίδι μου στο Αγρίνιο της Αιτωλοακαρνανίας, η καρδιά μου και η σκέψη μου βρίσκονται ακόμα εκεί, στις πολυθρύλητες βελανιδιές του Ξηρόμερου. Έτσι ονομάζεται το βασικό κομμάτι της λοφώδους και κατάφυτης από βελανιδιές περιοχής που κάθε τόσο κατηφορίζει σχηματίζοντας λίμνες και εύφορες κοιλάδες. Το καλοκαίρι μόλις άρχισε, δέντρα και φυτά μεγαλώνουν κάτω από τις πρώτες καυτές ηλιαχτίδες. Ο αέρας είναι γεμάτος από το θρόισμα των φύλλων, το μακρινό κελάηδισμα των πουλιών, το βουητό των εντόμων και τον ήχο των κουδουνιών που έχουν στο λαιμό τα πρόβατα και τα κατσίκια που βόσκουν στα χορταριασμένα βοσκοτόπια ανάμεσα στα δέντρα. Στην αραιή σκιά των βελανιδιών λουλούδια και χόρτα μεγαλώνουν σε μια πολύχρωμη ποικιλία, σ’ ένα λεπτό στρώμα γόνιμης γης. Τα δέντρα μάλιστα μοιάζουν γερά αγκυροβολημένα στους βράχους και τα πολυδαίδαλα κλαδιά τους με τα ανθεκτικά και χνουδωτά φύλλα γέρνουν στη γη και σε προσκαλούν να ξαποστάσεις στη σκιερή συντροφιά τους. Ο ξεναγός μου, ο κ. Απόστολος Τζογάνης, ξέρει καλά αυτή την περιοχή. Αγαπάει το δάσος και ξέρει κάθε δρομάκι, κάθε μονοπάτι και κάθε δέντρο. Θέλει να μου δείξει τα πάντα στον λίγο χρόνο που θα βρίσκομαι εδώ. Προχωρούμε προσεκτικά στην πυκνόφυτη κα βραχώδη περιοχή, προσέχοντας πάντα μήπως συναντήσουμε φίδια και γαϊδουράγκαθα. Μου δείχνει τα σημεία που τον Μάρτιο άνθισαν κατακόκκινες οι παιωνίες, λουλούδια που μόνο κάτω από αυτές τις βελανιδιές φυτρώνουν. Μυρίζουμε το έντονο άρωμα της ρίγανης που ωριμάζει σιγά σιγά μέχρι να μπορέσουν να την μαζέψουν τον Ιούλιο. Μου δείχνει τα δέντρα που ερχόταν κι έβλεπε όταν ήταν μικρός και που είτε έχουν έναν κορμό πολύ παράξενο και καλυμμένο από βρύα, είτε κρύβουν στο εσωτερικό τους φωλιές πουλιών και μικρών ζώων του δάσους. Κάθε τόσο συναντάμε μπροστά μας τα θλιβερά κούτσουρα των βελανιδιών, που οι λαθροϋλοτόμοι εξακολουθούν να κόβουν κρυφά τις νύχτες, για να πουληθούν έπειτα ως καυσόξυλα και να γίνουν ξυλοκάρβουνα. Είναι πληγή για το δάσος και πληγή για τις καρδιές αυτών των ανθρώπων που αγαπούν τις βελανιδιές τους και που μοιάζουν να κάνουν έναν σχεδόν μάταιο αγώνα εναντίον αυτού του εγκλήματος. Το δάσος αυτό εξακολουθεί να μην θεωρείται προστατευόμενη περιοχή, από την πλευρά του εν μέρει ερασιτεχνικά βραδυκίνητου κρατικού μηχανισμού δεν υπάρχει καμία βοήθεια. Λέγεται ότι οι βελανιδιές, που μπορούν να φτάσουν τα 2000 χρόνια ζωής και που όλο και λιγότερες υψώνονται στον ουρανό, ήταν δώρο των θεών στους ανθρώπους και στα ζώα αυτού του τόπου, για να τους αποζημιώσουν για τις κατά τ’ άλλα τόσο δύσκολες συνθήκες ζωής. Τα καλοκαίρια είναι πολύ ζεστά και ξηρά, ενώ τον χειμώνα καταρρακτώδεις βροχές μαστιγώνουν τη γη. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους που ζουν ακόμα στα μικρά ορεινά χωριά είναι κτηνοτρόφοι. Ο αγώνας για την επιβίωση όμως γίνεται όλο και πιο δύσκολος. Οι ντόπιες ράτσες των ζώων αποφέρουν στους εκτροφείς μόλις ένα μικρό εισόδημα, αφού είναι πολύ ισχνά κι έτσι εισάγονται από το εξωτερικό όλο και περισσότερες ράτσες, πράγμα που οδηγεί όμως σε νέα προβλήματα. Περνάμε από τα γραφικά ορεινά χωριά που έχουν πια ελάχιστους κατοίκους και που τα εγκαταλειμμένα τους σπίτια –σαν σάπια δόντια σε ένα όμορφο πρόσωπο– περιμένουν να ξαναζωντανέψουν, και φτάνουμε σε μια απομονωμένη αγροικία κοντά στο χωριό Πρόδρομος. Εδώ ζει ο προβατοτρόφος Σταύρος Αποστόλου με την οικογένειά του. Σήμερα κούρεψαν τα πρόβατα – όλοι οι εκτροφείς της περιοχής έφεραν τα πρόβατά τους εδώ για να τα κουρέψουν. Μετά το τέλος της δουλειάς η οικογένεια ξεκουράζεται πίνοντας ένα φλιτζάνι καφέ. Χαιρετούν πολύ φιλικά τον κ. Τζογάνη, ως ντόπιο και παλιό κάτοικο, αλλά κι εμένα με υποδέχονται ζεστά και εγκάρδια. Κατενθουσιασμένοι με το γεγονός ότι βρίσκω τον τόπο τους ωραίο και ότι ήρθα για να δω τις βελανιδιές, με ρωτούν πού είναι πιο όμορφα, εδώ ή στη Γερμανία, ή μήπως σε κάποιο άλλο μέρος από τα τόσα πολλά που έχω επισκεφθεί. Τι, και στην Τουρκία; Υπάρχουν κι εκεί τέτοιες βελανιδιές; Ναι, ένα τουρκικό ίδρυμα που λέγεται ΤΕΜΑ φυτεύει κι εκεί εκατομμύρια βελανιδιές, ενώ από τους σπόρους των βελανιδιών φτιάχνει ζωοτροφές και χρησιμοποιεί τα κελύφη τους στη βυρσοδεψία. Τι, οι Τούρκοι λένε ότι αγαπούν τους Έλληνες και ότι θα τους άρεσε να συνεργαστούν μαζί τους; Απίστευτο! Τα μάτια των νέων που κάθονται στη συντροφιά μας λάμπουν γεμάτα δίψα για περιπέτεια στο άκουσμα των ξένων χωρών. Θα ήθελαν να μετατρέψουν σε πόρτες τα παράθυρα που τους ανοίγονται στον κόσμο, για να μπαίνουν και να βγαίνουν πιο εύκολα και να δέχονται όσο το δυνατόν περισσότερους επισκέπτες. Μόνο από την προβατοκομία και το μαλλί των προβάτων, το οποίο αποδίδει μόλις 15 λεπτά το κιλό, δεν μπορούν να ζήσουν. Θα ήθελαν πολύ να δημιουργήσουν συνεταιρισμούς, να μετατρέψουν την εκτροφή των ζώων σε βιολογική και να πωλούν το μαλλί σε μεγάλα καταστήματα βιολογικών προϊόντων του εξωτερικού. Μόνοι τους όμως δεν μπορούν να τα καταφέρουν, αφού δεν έχουν καμία επίσημη υποστήριξη, οι δε κρατικές αρχές δεν νοιάζονται για την ομορφιά και τη δυνατότητα ανάπτυξης των εξαίρετων φυσικών θησαυρών τους. Μετράει μονάχα το γρήγορο κέρδος, που καταλήγει στις τσέπες των επιτήδειων. Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, κοντά στο χωριό Παλαιομάνινα, μακριά από τους καλοστρωμένους κεντρικούς δρόμους της περιοχής, ακολουθώντας έναν δύσβατο, κακοτράχαλο δρόμο, φτάνουμε στον Λεωνίδα και στην Ούσι. Πριν από χρόνια, όταν κουράστηκαν πια να ζουν ως μετανάστες στη Γερμανία και με εφόδιο τις ιδέες που αποκόμισαν, προσπάθησαν να δημιουργήσουν εδώ μια μονάδα βιολογικής εκτροφής εγχώριων μαύρων χοίρων. Σ’ ένα θαυμάσιο μέρος ανάμεσα στις βελανιδιές, όπου τα βελανίδια μαζί με πολλά άλλα χόρτα αποτελούν νόστιμη φυσική ζωοτροφή, είχαν κάποτε ένα εκτροφείο με 300 χοίρους. Έφτιαξαν έναν περιφραγμένο βοσκότοπο για άλογα, στον κήπο τους καλλιεργούσαν βιολογικά λαχανικά και ζήτησαν από την κοινότητα να τους βοηθήσει να φτιάξουν τον δρόμο που οδηγεί στο κτήμα τους. Υπέβαλαν αίτηση υποστήριξης από την Ε.Ε. για την εκτροφή των εγχώριων χοίρων και της βιοκαλλιέργειας. Συμπλήρωσαν άπειρες αιτήσεις και περίμεναν 10 ολόκληρα χρόνια. Μάταια όμως! Τα βιολογικά προϊόντα δεν βρήκαν απήχηση στην περιοχή. Οι απομακρυσμένοι συνεταιρισμοί απέφευγαν να κάνουν τη μεγάλη εκείνη διαδρομή και να περάσουν από τους δύσβατους δρόμους, ο δρόμος δεν φτιάχτηκε, κι έτσι ο Λεωνίδας και η Ούσι έχασαν το ζήλο και τη θέληση που είχαν, όταν αποφάσισαν να σκοτώσουν τους περισσότερους χοίρους και να συνεχίσουν τη βιοκαλλιέργεια μόνο για τις δικές τους ανάγκες. Ένα χρόνο αργότερα θα ερχόταν η επιχορήγηση, ήταν πολύ αργά όμως, είχαν φτάσει πια σε οικονομικό αδιέξοδο. Τα παιδιά τους έχουν φύγει. Μια σπίθα ελπίδας όμως γεννιέται πάλι στα μάτια τους όταν τους επισκέπτεται κάποιος σαν κι εμένα, κάποιος που τα βλέπει όλα θαυμάσια και τους παροτρύνει να συνεχίσουν. Αγροτουρισμός και οικοτουρισμός, αυτά είναι τα σλόγκαν των ανεπτυγμένων χωρών! Αυτός ο τόπος είναι ένα κόσμημα που δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί μέσα στο δηλητηριασμένο κόσμο των βιομηχανικών χωρών! Δεν θ’ αργήσει να έρθει η ώρα που οι άνθρωποι αυτοί θα βοηθηθούν και θα πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Ο κόσμος δεν αντέχει πια να σκέφτεται με τοπική πολιτική συνείδηση, είναι πολύ αργά πια για κάτι τέτοιο. Η Ελλάδα είναι ένας κήπος έξω απ’ την πόρτα της Ευρώπης. Πρέπει, λοιπόν, πρώτα να προσπαθήσουμε να φροντίσουμε και να προστατεύσουμε τον κήπο του σπιτιού μας, προτού περιπλανηθούμε στα μακρινά μέρη του πλανήτη. Προορισμός μας είναι το Αγρίνιο, η πρωτεύουσα της Αιτωλοακαρνανίας. Μια περιποιημένη κωμόπολη με καλά ξενοδοχεία. Το SAVE είναι ένα ελβετικό ίδρυμα για την προστασία των εγχώριων ζωικών και φυτικών ειδών. Θα προσπαθήσει να περισώσει ό,τι μάλλον δεν μπορεί πια να σωθεί. Σύμφωνα με δηλώσεις του Ελβετού διευθυντού του προγράμματος, στην Ελλάδα η ώρα είναι ήδη «δώδεκα και πέντε». Πρέπει να βοηθηθεί άμεσα, αλλιώς θα είναι πια πολύ αργά! Άμεσα πρέπει να βοηθηθεί και το βελανιδόδασος του Ξηρόμερου της Αιτωλοακαρνανίας, το μεγαλύτερο βελανιδόδασος των Βαλκανίων, αλλιώς θα είναι πια πολύ αργά και για το δάσος αυτό, που βρίσκεται στις πύλες των πλούσιων βιομηχανικών κρατών της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Χρειάζονται 60 χρόνια ώσπου μια βελανιδιά να παραγάγει σπόρους και εκατοντάδες χρόνια ώσπου τα δέντρα να ψηλώσουν τόσο, ώστε να μπορέσουν να προσφέρουν φυσικό καταφύγιο στα παγκοσμίως απειλούμενα είδη μεγάλων πουλιών. Τα δέντρα αυτά λιγοστεύουν όλο και περισσότερο σ’ αυτόν τον τόπο. Οι λόφοι με τις βελανιδιές, οι λίμνες και κοιλάδες του Ξηρόμερου αποτελούν βιότοπους που πρέπει να τεθούν σε καθεστώς προστασίας. Η αναδάσωση με αυτά τα βραδυφλεγή δέντρα πρέπει να ξεκινήσει τώρα, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν τόσο οι άνθρωποι όσο και τα ζώα της περιοχής. Στην αρχαία Ελλάδα η ήμερη βελανιδιά ήταν αφιερωμένη στον Δία, τον μεγαλύτερο απ’ όλους τους θεούς. Στις κορυφές των βελανιδιών, λένε οι αρχαίοι μύθοι, ζουν οι Αμαδρυάδες, οι κόρες του Δία. Όταν ο άνεμος φυσά μέσα απ’ τα φύλλα τους, στο θρόισμα τους μπορεί κανείς να ακούσει το τραγούδι των νυμφών που στέλνουν την ευλογία τους στη γη που απλώνεται στα πόδια τους. Όταν τα ατσάλινα πριόνια αρχίζουν να δουλεύουν για να κόψουν ένα τέτοιο δέντρο, μια κραυγή πόνου ακούγεται από την κορφή του και το δέντρο πέφτει σιγοκλαίγοντας κι αναστενάζοντας. Με κάθε δέντρο που πεθαίνει, πεθαίνει και μια νύμφη και η ψυχή της απ’ τον πόνο γίνεται πέτρα. Είναι αρκετές οι πέτρες σ’ αυτόν τον τόπο! Ας αφήσουμε στις Αμαδρυάδες τις βελανιδιές τους και εμείς ας φανούμε αντάξιοί τους και ας διατηρήσουμε αυτόν τον τόπο για τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Margit Grupe–ΔημητρακοπούλουΜτφ. Γ. Λαγουδάκου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ – ΤΟ ΛΙΓΟΒΙΤΣΙ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ Ταξιδεύοντας κανείς απο Αγρίνιο προς Αστακό δια μέσω Γουριώτισσας-Σκουρτούς, ακριβώς στην κορυφή του λόφου πάνω απ` την όμορφη λίμνη Οζερό, συναντά στα δεξιά του πινακίδα που κατευθύνει μετά απο ένα χιλιόμετρο και κάτι στο Μοναστήρι της Παναγίας Λιγοβιτσιάνας. Η όλη διαδρομή μετά τη Γουριώτισσα είναι μαγευτική. Ανεβαίνοντας τις στροφές του δρόμου μέσα απο δάσος αιωνόβιων βελανιδιών, ατενίζεις συνέχεια στα δεξιά σου την τροφοδότρα και νερομάνα πεδιάδα του Αγρινίου. Στον κοντινό και μακρινό σου ορίζοντα είναι έντονο το υγρό στοιχείο και οι κατοικημένοι τόποι, που μαρτυρούν την αιώνια παρουσία του ανθρώπου κοντά του. Χωρίς να το αντιληφθείς συναντάς μπροστά σου το ιστορικό Μοναστήρι, που σου δίνει την εντύπωση ότι διαφεντεύει απο ψηλά ολόκληρη την πεδιάδα. Το Μοναστήρι της Παναγίας στο Λιγοβίτσι Ξηρομέρου – Μακρίνας Μαρκοπούλου Ηγουμένης Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου – Έκδοση 1994. «Ιστορικά στοιχεία Ο καταλύτης χρόνος τύλιξε μέσα στα σκοτεινά του πέπλα και έθαψε αχάριστα στη λησμονιά τα ονόματα των κτητόρων του ιερού Μοναστηριού καθώς και την ακριβή χρονολογία της ιδρύσεώς του. Μια πλάκα εντοιχισμένη στη βόρεια πλευρά της παλιάς τραπεζαρίας φέρει το 1737 ως χρόνο ιδρύσεως του μοναστηριού. Δεύτερη χρονολογία 1760 που υπάρχει σε κελλί, ενώ Τρίτη 1787, δηλώνει το χρόνο κατασκευής της στοάς με την θαυμάσια κιονοστοιχία, έργο σπουδαίων λαϊκών μαστόρων. Φαίνεται όμως, πως τότε χτίστηκε το μεσαίο συγκρότημα, που περιελάμβανε την τραπεζαρία των μοναχών και το υπόγειο της στέρνας. Το υπόλοιπο μοναστηριακό οικοδόμημα, κατά τη γνώμη πολλών ειδικών, είναι παλαιότερο. Ο θρύλος, που γεννά η αθάνατη ψυχή του λαού, αναμειγμένος με την παράδοση των αγνών κατοίκων του Ξηρομέρου, λέει πολλά για τούτο το μοναστήρι: Αναφέρει για τους κτήτορες, πως ήταν δύο αδελφοί ο Λιγοβός και η Βενετσιάνα. Ήταν Σλάβοι την καταγωγή, έμειναν στη Σκουρτού και από υπερβολική ευσέβεια και αγάπη προς τον Θεό έκτισαν αυτό το ιερό ίδρυμα για να δοξάζεται ακατάπαυστα το όνομά του από τα επίγεια χερουβείμ, τους μοναχούς. Από τους κτήτορες πήρε το όνομα Παναγία η Λιγοβιτσιάνα……………Ο ρόλος που έπαιξε τούτο το μοναστήρι στα δύσκολα χρόνια του έθνους το κρατάει αθάνατο και αιώνιο. Έδωσε το παρόν σε κρίσιμες και ιστορικές στιγμές. Έγινε κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που αναβάπτισε τη φυλή μας.Κατά τους χρόνους της μακραίωνης τουρκικής σκλαβιάς πρόσφερε ολόκληρο το έμψυχο και άψυχο δυναμικό του για να φιλοξενήσει και εμψυχώσει τον Καραϊσκάκη με τα παλληκάρια του, που κατέφυγαν στην μάνδρα του μετά την αποτυχία στο Αιτωλικό. Προτίμησαν το Λιγοβίτσι γιατί προσφερόταν σαν άριστη στρατηγική θέση, λόγω του απρόσιτου, του περίβλεπτου και του ύψους της περιοχής……………Οι μοναχοί παρουσίασαν και πολιτιστική δράση. Δεν περιφρόνησαν τα αγαθά του πολιτισμού, όπως πολλοί τους κατηγορούν. Με τα χρήματα της Μονής χτίζουν σχολεία, υδραγωγεία, ανοίγουν πηγάδια για να λύσουν το πρόβλημα ύδρευσης της περιοχής. Περισσότερα από δέκα πηγάδια στην περιοχή άνοιξαν τα τρεμάμενα από τη νηστεία και την προσευχή χέρια…………….Για την ποικίλη αυτή δράση του το Μοναστήρι τράβηξε το ενδιαφέρον των Τούρκων. Ύστερα από λίγα χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης, έπεσε ηρωϊκά μαχόμενο το 1825, όπως αναφέρουν τα Ελληνικά Χρονικά. Εδώ έγινε μακελιό, το φρούριο έπεσε και το κάστρο πατήθηκε από το αλλόθρησκο ποδάρι του Τούρκου. Το Μοναστήρι κάηκε και μαζί του καταστράφηκαν όλοι οι θησαυροί. Δεν έμεινε τίποτε να διηγηθεί στους μεταγενέστερους τη δόξα και το μεγαλείο του……………..Ύστερα από την καταστροφή, αφού ησύχασε ο έρημος τόπος, συγκεντρώθηκαν όσοι μοναχοί είχαν απομείνει και έκτισαν πάλι το μοναστήρι σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το γεγονός τούτο, καθώς και η φιλανθρωπική και πολιτιστική δράση των μοναχών, φανερώνουν ότι τα οικονομικά της Μονής ήταν ανθηρά και ο πλούτος μεγάλος. Απέραντες εκτάσεις με αμπέλια και ελιές ανήκαν στο Μοναστήρι. Χιλιάδες αιγοπρόβατα έβοσκαν στα πλούσια δάση και λειβάδια του. Η δόξα όμως δεν κράτησε για πολύ. Το 1833 ο βαυαρός Όθωνας με διάταγμά του έκλεισε πολλά μοναστήρια και εδήμευσε την περιουσία τους. Μεταξύ αυτών ήταν και το ιστορικό Λιγοβίτσι. Διεσκορπίστηκαν οι μοναχοί και η περιουσία διαμοιράστηκε στους ακτήμονες χωρικούς………………Μέσα από τη στάχτη του ύστερα από χρόνια ανέτειλε δειλά ένας φοίνικας νέας μοναχικής γυναικείας πολιτείας, μια έπαλξη πνευματικής ζωής.Το μοναστήρι ύστερα από τις πολλές του περιπέτειες, έτσι ερειπωμένο, δείνει το παρόν μόνο σε μια ζωοπανήγυρη, που γίνεται δέκα μέρες μετά το πανηγύρι του Μαχαλά, στις 26 Σεπτεμβρίου προς τιμή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Έρχονται χιλιάδες προσκυνητές και πολλοί έμποροι από Αγρίνιο, Αμφιλοχία, Γιάννενα και Πελοπόννησο για να πωλήσουν και ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Κράτησε αυτή η εκδήλωση μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σιγά – σιγά καταργήθηκε και το Μοναστήρι συγκέντρωνε τους πιστούς μόνο την ημέρα της μνήμης του. Στις 15 Αυγούστου όλο το Ξηρόμερο συγκεντρώνεται στον ιερό τούτο χώρο για να υμνήσει και τιμήσει την Μητέρα του Θεού, την Παντάνασσα του ουρανού και της γης………………………..» Θησαυροί και επιγραφές «…..Είχε χιλιάδες στρέμματα αμπέλια και ελιές, που έφθαναν μέχρι Γουριώτισσα, Σκουρτού και Μαχαλά. Ακόμη κοπάδια αιγοπρόβατα και μεταφορικά ζώα για τις ανάγκες της Μονής. Άφθονα γεωργικά προϊόντα, σιτάρι και κρασί, γέμιζαν τις μεγάλες αποθήκες της. Υπάρχουν και σήμερα τα ερείπια των σταύλων και των αποθηκών. Σήμερα το μοναστήρι, ως κτηματική περιουσία, έχει μόνο δέκα στρέμματα περίπου , που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση του 1953. Πολλά χρυσά και αργυρά τάματα και αναθήματα καθώς χειρόγραφα με την ιστορία της μονής και γεγονότα της επανάστασης καταστράφηκαν από ανθρώπους, που δεν ήξεραν την αξία τους ή κάηκαν από τους εχθρούς. Απέμεινε μια λειψανοθήκη μεγάλης αξίας με λείψανα των Αγίων: Γεωργίου, Τρύφωνα, Παντελεήμονα, και της Αγίας Βαρβάρας. Από τις επιδρομές και τις κλοπές διασώθηκαν μερικές εικόνες που χρονολογούνται από το 1814, χωρίς μεγάλη αξία για την τέχνη και την αρχαιότητά τους. Ένας μεγάλος θησαυρός του μοναστηριού ήταν το ονομαστό ευαγγέλιο του Λιγοβιτσίου. Τυπώθηκε το πρώτο στο τυπογραφείο του Πάνου Θεοδοσίου στη Βενετία το 1811. Το χρυσό του πλαίσιο, άριστο σε τέχνη, κατασκευάστηκε από τον καλλιτέχνη Αθανάσιο Τζιμούρη από τους Καλαρρύτες των Ιωαννίνων. Τα έξοδα της κατασκευής, που έφθασαν πολλά τουρκικά γρόσια, πρόσφερε ο Παναγιώτης Γαλάνης, γόνος της μεγάλης οικογένειας των Γαλανέων, που ζουν ακόμη σήμερα στο Μαχαλά. Το ευαγγέλιο στο ένα εξώφυλλο είχε τη Σταύρωση του Κυρίου με τη Μητέρα και το Μαθητή πλησίον του Σταυρού. Στο κάτω μέρος την Ταφή του Κυρίου. Στις γωνίες τους τέσσερους προφήτες Δαβίδ, Σολομόντα, Δανιήλ και Ιερεμία. Στη δεξιά πλευρά το Μυστικό Δείπνο, τη Γέννηση, τη Βαϊοφόρο και τη Βάπτιση του Κυρίου. Στο αριστερό μέρος απεικόνιζε την Ανάληψη του Σωτήρα. Στο μέσο την Ανάστασή του. Κάτω την Ψηλάφηση του Θωμά. Στις τέσσερες γωνίες τους Ευαγγελιστές με τα σύμβολά τους. Στις δύο πλευρές του αριστερού μέρους ήταν ο Ιησούς, που διδάσκει στο Ναό και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Το ιερό βιβλίο ασφαλιζόταν με τέσσερους θηλυκωτήρες, που ο καθένας εικόνιζε εξαπτέρυγο. Στο πίσω μέρος του βιβλίου διαβάζαμε «Εκατασκευάσθη εις Καλαρρύτας χωρίον Ιωαννίνων, δια χειρός Αθανασίου Νικολάου Τζημούρη». Το ιερό τούτο κειμήλιο καθώς και άλλα πολλά, εξαφανίστηκαν, χωρίς να γνωρίζει κανείς την τύχη τους.Στα ερειπωμένα κτίρια της Μονής βρέθηκαν μερικές επιγραφές. Μία επιγραφή εντοιχισμένη στο Ανατολικό μέρος της στέρνας αναγράφει ως χρονολογία ιδρύσεως, ίσως της πτέρυγας αυτής, το 1737. Επιγραφή δυσανάγνωστη κάνει λόγο για κάποιο «λοιμό» που είχε απλωθεί στην περιοχή το 1738, «επήρε λημός». Στα τόξα των κελλιών είναι χαραγμένες, όπως σημειώσαμε, οι χρονολογίες 1760, 1787, κατά τις οποίες ιδρύθηκαν ίσως τα διάφορα συγκροτήματα. Στην πλευρά, που βρίσκεται στην είσοδο του παλιού φουρναριού, είναι χαραγμένες πάνω σε πωρόλιθο ανάγλυφες παραστάσεις, ο δικέφαλος αετός, λιοντάρι, πτηνά που τρώγουν σταφύλια, διάφορα γραμμικά σχήματα, ήλιος, όλα ενδεικτικά σχήματα και σύμβολα μαστόρων.
Ο ΦΡΑΞΑΣ ΛΕΣΙΝΙΟΥ
Η ζωή και η ιστορία του περιβάλλοντος
ΓΕΝΙΚΑ Το δάσος με το γνωστό όνομα σήμερα «Φραξάς», έχει έκταση 450 στρέμματα. Είναι απομεινάρι μεγαλύτερου ομοίου δάσους που καταλάμβανε, εδώ και 70 χρόνια, όλα τα σημερινά χωράφια που είναι γύρω απ’ αυτό, συνολικής έκτασης περί τα 3.500 στρ. Το σχήμα του, ήταν ακανόνιστο. Θεωρητικά για κατατόπιση του κάθε ενδιαφερομένου θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο ενιαία τμήματα. Το ένα τμήμα άρχιζε λίγο έξω από το χωριό Παλαιοκατούνα, σημερινό Λεσίνι, στην τοποθεσία «Σκίνα» και με κατεύθυνση ΒΔ, ακολουθώντας πάντα τα ριζά του βουνού της Υψηλής Παναγιάς, έφτανε στο σημερινό δάσος που μαζί με τις τρεις πηγές του που αναβλύζανε όπως και σήμερα, αλλά με μειωμένο νερό κατά 40-60% της τότε ποσότητας, αποτελούσε τον πυρήνα του όλου δάσους. Το τμήμα αυτό καταλάμβανε τις τοποθεσίες ή μέρος αυτών που απλώνονται από τα ριζά του βουνού της Ψηλής Παναγιάς προς τα χωράφια του απάνω κάμπου του χωριού «Σκίνα», «΄Αγιος Μάρκος», «Παναή πηγάδι», «Παλαιομάτακα», «Λάκκο», «Λεσινίτσα» και «Μαυροκούτσερο». Εκεί που άρχιζε το δάσος στα «Σκίνα» είχε πλάτος 100-200 μ., στη συνέχεια όσο προχωρούσε προς τα ΒΔ έφτανε τα 400-500 μ. για να φτάσει ανάμεσα στον «Κυνιά» και τη «Λάμπρα» τα 2000 μ.Το άλλο τμήμα απλώνονταν Δυτικά και ΒΔ. Του σημερινού δάσους και καταλάμβανε τις τοποθεσίες ή μέρος αυτών «Καλαμάκι», «Κυνιάς», «Παλιοκαψάλα», «Μαγγανάδες», «Λάμπρα» και «΄Αγιο-Δημήτριο». Οι δύο τελευταίες τοποθεσίες ανήκουν στην κτηματική περιοχή της Κοινότητας Πενταλόφου. Οι τοποθεσίες αυτές με τον προσανατολισμό αυτό (Δ.Β.Δ.) ακουμπούσαν τις παρυφές του έλους «Λεσίνι» γνωστό ως «Βάλτος» σε γραμμή τόξου. Το δάσος, άλλοτε πολύ και άλλοτε λίγο, εισχωρούσε μέσα στο Βάλτο, ανάλογα με τις υψομετρικές διαφορές του εδάφους, όπως αυτό είχε σχηματιστεί ανώμαλο από τις φερτές ύλες του Αχελώου (Δέλτα Αχελώου). Προς ανατολάς έξω και συνέχεια του όλου δάσους (των δύο τμημάτων) απλώνονταν εκτεταμένη, δασική θαμνοσκέπαστη περιοχή περί τα 3 χιλιάδες στρέμματα με πυκνή ή αραιή κάλυψη που ο πληθυσμός των θάμνων κατά 80% αποτελούνταν από φουντωτές λυγαριές (λυγιές κατά ντόπιους) και ακολουθούσαν παλιούργια, βουρλιές και μεμονωμένα φράξα και φτελιές. Ανάμεσά τους υπήρχε οργιώδη χορταρική βλάστηση με δεσπόζουσα θέση τα λογής-λογής την Άνοιξη, αγριοτρίφυλλα, νούφαρα και φορδοκαλύλες.Αποτελούσε χορτολιβαδική έκταση για τα άλογα και τα άλλα μικρά μια μεγάλα ζώα της ελεύθερης εξ ολοκλήρου τότε, κτηνοτροφίας.Στη συνέχεια της θαμνοσκέπαστης περιοχής και Ανατολικότερα, ακολουθούσαν τα καλλιεργήσιμα χωράφια των κατοίκων που έφταναν μέχρι τον Αχελώο. Δηλαδή αυτή η έκταση που σήμερα αποτελεί ένα ενιαίο κάμπο από τον Αχελώο μέχρι το Ιόνιο περί τα 100.000 στρέμματα, η φύση τα είχε ζωγραφίσει έτσι που αποτελούσαν τότε 4 ζώνες ομορφιάς: Αρχίζοντας από τον Αχελώο ήταν η ζώνη των χωραφιών, η ζώνη η θαμνοσκέπαστη, η ζώνη του δάσους και ο βάλτος. Από όλο αυτό το δημιούργημα της φύσης με την παρέμβασή του ο άνθρωπος άφησε 450 στρέμματα του σημερινού «Φραξά».΄Ολες οι παραπάνω θέσεις, βέβαια, όπως και σήμερα δεν έχουν ακριβή οριοθέτηση, αλλά ασαφή και ακανόνιστα όρια, χρησιμοποιούνται, σχεδόν όλως ενδεικτικά και στο περίπου από τους κατοίκους για να δίνουν το στίγμα στα χωράφια τους και στις δραστηριότητές τους. Η όλη κτηματική περιοχή του χωρίου, είναι ενιαία και αδιαίρετη, γνωστή στους κατοίκους με την ονομασία «Απάνκάμπος».Το έδαφος του δάσους και της δασικής έκτασης, εκτός και ανατολάς του δάσους, ανάλογα με την εποχή θα ήταν νωπό ή λασπώδες ή θα καλύπτονταν από μικρή ή μεγάλη στάθμη νερού. ΄Ολο το δάσος, λόγω της μεγάλης υγρασίας της περιοχής και του γλυκού κλίματος από τη γειτνίασή της με τη θάλασσα του Ιονίου Πελάγους, είχε μία οργιώδη και ποικιλόμορφη βλάστηση, εφάμιλλη των τροπικών χωρών. Πελώρια φράξα και φτελιές, όπως αυτό μα το θυμίζει ο σημερινός φραξάς, δεσπόζανε του όλου δάσους σε μεγάλη πυκνότητα με δένδρα πάσης ηλικίας συμπλεκόμενα με υδροχαρή και αναρριχητικά φυτά μεγάλης γκάμας της Ελληνικής χλωρίδας. ΄Όλα μαζί αποτελούσαν περιοχή απροσπέλαστη. Κάνανε το δάσος, λημέρι των αγρίων ζώων που ενδημούσανε στην περιοχή του δάσους όπως αγριογούρουνα, λύκοι, τσακάλια και πλήθος άλλων μικρών αγρίων ζώων και ερπετών της ελληνικής πανίδας.
ΒΑΛΤΟΣ-ΔΑΣΟΣ-ΒΙΟΤΟΠΟΣ Στο Δ. και Β.Δ. του προβάλτιου δάσους και συνέχεια αυτού, που η μέση στάθμη του νερού, παρέμεινε όλες τις εποχές σε χαμηλό ή υψηλό επίπεδο, ακολουθούσε ένας πανέμορφος αγριοκαλαμιώνας που με μια οργιώδη, υδρόβια βλάστηση κάλυπτε όλη την περιοχή του βάλτου, συνολικής έκτασης 60.000 στρ. Ορίζεται γύρω-γύρω από τα ριζά του βουνού της Ψηλής Παναγιάς από τα δυτικά με νοητή και απροσδιόριστη γραμμή μέσα από το δάσος, έφτανε στα ριζά του βουνού της Λάμπρας, προχωρούσε στα ριζά του Αγίου – Δημητρίου από εκεί έστριβε με κατεύθυνση βορειότερα στα ριζά του βουνού Καλχίτσα για να ακουμπήσει στο Ιόνιο Πέλαγος. Μέσα στην όλη περιοχή βάλτου και δάσους που σφιχταγκαλιασμένα το ένα εισχωρούσε στο άλλο, άλλοτε πολύ και άλλοτε λίγο, υπήρχαν φυσικά αναχώματα και νησίδες που η στάθμη των νερών όλο το χρόνο δεν τα κάλυπτε. Μία τέτοια νησίδα ήταν αυτή που σαν όνομα είναι γνωστή και σήμερα «Φράξος». ΄Ελαβε το όνομα, κατ’ ομολογία των τότε κτηνοτρόφων της περιοχής, από ένα μόνο Φράξο που υπήρχε σε όλη της περιοχή καταμεσής του βάλτου και τους χρησίμευε για να κρεμάνε τα σακούλια με το ψωμί τους και ότι άλλο τρόφιμο διέθεταν για τη βουκολική τους ζωή. Για να προστατέψουν μάλιστα την ύπαρξή του, καταβάλανε σημαντικές προσπάθειες καθαρίζοντάς το, γύρωθεν από τα αγριόχορτα για να μη καεί από τις φωτιές που συνήθιζαν να βάζουν κατά καιρούς στο βάλτο για να δημιουργήσουν λιβάδια. Όπως τώρα, περίπου, έτσι και τότε πολυάριθμες πηγές κατά μήκος, στα ριζά του βουνού της Ψηλής Παναγιάς αλλά και καταμεσής του δάσους (ματάκια τις λένε οι ντόπιοι) με τα ονόματα: «Παλιομάτακα», «Κακκαβός», «Γαλαζιάς», «Φιλέγκα», «μικρομάτατα», «Μελεούνη», «Καταβόθρα», «Τερλέγκα», «καλαμάκι», Καρκαλέξη», «Εμπατή», «Μπαϊβάνενα», «παράβλακο», «Ραχούλι» αναβλύζανε από μεγάλο βάθος στην επιφάνεια, ανάμεσα από μύρια και πολύχρωμα υδρόβια φυτά και τροφοδοτούσαν, κυλώντας ήρεμα και αθόρυβα μέσα από το δάσος, το βάλτο με γλυκά και κρυστάλλινα νερά. Μια πληθώρα από μικρά και μεγάλα ψάρια του γλυκού νερού και νεροχελώνες και ακίνδυνα νερόφιδα και βατράχια ποικιλόμορφα, τα έβλεπες όλα να ζουν και να κινούνται αργά, νωχελικά. Δεν είχε βλέπεις βιασύνη ο βάλτος και το δάσος, όλα κυλούσαν στο ήρεμο κύκλο μιας ζωής, σε μια απέραντη υδάτινη ομορφιά μέσα στο δάσος και το βάλτο. ΄Όταν άρχιζε η ΄Ανοιξη, εκείνο που συντρόφευε του κατοίκους των χωριών της γύρω περιοχής, ήταν τα «κουάξ-κουάξ» και τα «κρί-κρί» των μυριάδων βατράχων και καρκαλιών, που σαν έπεφτε ο ήλιος μπαίνανε όλα μαζί στο χορό και ξεσηκώνανε τον τόπο ασταμάτητα μέχρι τα χαράματα. Μέσα στη συναυλία ακουγότανε καμιά φορά και το κου-κρου της νεροχελώνας που ήταν ο μετεωρολόγος των κατοίκων, ερμηνεύοντας τη λαλιά της ως προάγγελο βροχής. Εκατομμύρια χέλια έβρισκαν καταφύγιο στα ματάκια, ανεβαίνοντας από τη θάλασσα μέσα σε ένα κοπιαστικό αγώνα να γυρίσουν, να ζευγαρώσουν, να γονιμοποιηθούν και να πορευτούν πάλι στα γαλανά νερά του Ιονίου για το ταξίδι προς τη γενέτειρά τους θάλασσα του Μισισιπή όπως μαρτυρά η πράδοση και ο Κουστώ. Μια πληθώρα από πολύχρωμα πουλιά, όπως κορμοράνοι και γεράκια, ερωδιοί και αγριόπαπιες πολλών ειδών, φαλαρίδες και νεροκοκοτσέλες, νυχτοκόρακες και γύπες, καταφεύγανε στο δάσος και στο βάλτο. Πολλά από αυτά κούρνιαζαν για να ξεχειμωνιάσουν, άλλα χτίζανε τη φωλιά τους και άλλα σταματούσαν για λίγο στο μακρινό ταξίδι προς το Νότο. Οι φτερωτοί πληθυσμοί, επιτίθεντο σ’ αυτούς του δάσους και του βάλτου, η φύση βλέπεις «εν οργιαστική μέθη και ισορροπία».
ΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ Η όλη περιοχή βάλτου δάσους και λοιπά είναι το βόρειο τμήμα του Δέλτα του Αχελώου. Από αιώνες ο Αχελώος κουβαλούσε τις φερτές ύλες που έσερνε στο διάβα του από τα βουνά των Αγράφων υπομονετικά στη ράχη του σε όλο το δρόμο για να τα εναποθέσει στο Ιόνιο. Ενώ άλλοτε με τις πλημμύρες του προκαλούσε το δέος και το σεβασμό, σήμερα από όταν έγιναν οι τεχνικές λίμνες των κρεμαστών και του Καστρακίου, φιδοσέρνεται νωχελικά και εξασθενημένα ακολουθώντας ομαλά την πορεία του, που γνωρίζει πολύ καλά εδώ και αιώνες τώρα. Η τελευταία έξοδος από την κοίτη του, έγινε το έτος 1927, οπότε μια νύχτα με βουητά, γιατί έτσι συνήθιζε, και μουγκρίσματα μυθικού θηρίου, έφτασε να απειλήσει με τα θολόνερά του ακόμη και το χωριό φτάνοντας μέχρι το σπίτι του Κοκοτού που είναι στην άκρη του χωριού. ΄Ηταν τότε που πέρα από τις καταστροφές στα σπαρτά του κάμπου του χωριού έκανε ζημίες σε δύο μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες δύο χωριανών. Οι ιστορίες αυτές απασχόλησαν την επικαιρότητα της εποχής εκείνης και η συμπεριφορά του Αχελώου προβλημάτισε όχι μόνο τους κατοίκους της περιοχής αλλά τις δημόσιες αρχές, που ύστερα από λίγα χρόνια έστειλε τη κυβέρνηση Μεταξά εκσκαφέα (φαγάνα την λέγανε οι ντόπιοι) και έκανε τα προστατευτικά αναχώματα τις πεδιάδας του Κάτω Αχελώου, μεταξύ των οποίων και αυτό που πάει προς την Πεντάλοφο και απάνω του έχει τον αντίστοιχο δρόμο, γι’ αυτό νομίζω, αξίζει να τις ιστορήσουμε: Οι δύο κτηνοτροφικές μονάδες ή κοπάδια κατά την τότε ορολογία, ήταν από πολυάριθμα βουβάλια (βάλια τα αποκαλούσαν οι ντόπιοι) και είχαν τα «γρέκια» τους στην τοποθεσία «παλιοκαψάλα»όπου η περιοχή μέσα στο Βάλτο και το δάσος είχε υψόμετρο και προσφέρονταν για τέτοιες εγκαταστάσεις. Τα βάλια είναι ζώα που ανήκουν στην οικογένεια των βοειδών. Είχαν χρώμα μαύρο, μεγάλα αγριωπά μάτια, κέρατα μεγάλα και στριφτά που απλώνονταν προς τα πλάγια και προκαλούσαν τρόμο στο αντίκρισμά τους. ΄Εχουν μακρύ λαιμό, αραιό τρίχωμα και ζυγίζουν, όταν είναι αναπτυγμένα, περίπου 800 κιλά. Το γάλα τους είναι πολύ παχύ και βγάζει ονομαστό βούτυρο εκλεκτής ποιότητας. Αρέσκονται από τη φύση τους να ζουν μέσα στο νερό, στους βάλτους όπου τρέφονται από υδρόβια βλάστηση. Από τη φύση τους είναι άριστοι κολυμβητές. Τη βραδιά της πλημμύρας τα βάλια του ενός από τους δύο κτηνοτρόφους, του Σπύρου Δραγγανά, βρίσκονταν στο «βουρό» (τεχνική και φυσική κυρίως περίφραξη από βάτα και αγριόχορτα του βάλτου που προστάτευαν τα βάλια). Εκείνη τη βραδιά ήταν τόση η ορμή και ο όγκος του νερού που δεν κατόρθωσαν αυτοί οι δεινοί κολυμβητές να σωθούν. Μπλέχτηκαν με τα βάτα και άλλα αγριόχορτα που αφθονούσαν στα «γρέκια» και πνίγηκαν, πλην ελαχίστων που κολυμπώντας κατόρθωσαν να βγούν στο λόφο της Λεσινίτσας, που ήταν κοντά και μέσα στην περιοχή του βάλτου και του Φραξά. Βρέθηκε και αυτός αποκλεισμένος στη Λεσινίτσα. Είχε εκεί πέτρινο σπιτοκάλυβο όπου είχε τα γουρούνια του και προστάτευε εκείνη την εποχή, τα μικρά γουρουνόπουλα την ώρα της γέννησης από τις αλεπούδες. ΄Εμεινε μέρες αποκλεισμένος από τα νερά του Αχελώου χωρίς να έχει τη δυνατότητα να πάει στο χωριό ή ακόμη και στο «βουρό» για να δει την τύχη του κοπαδιού του. ΄Υστερα από 24ωρα, που τα νερά αποσύρθηκαν κατόρθωσε να περάσει στην τοποθεσία «Αμπατή» που είναι προς την τοποθεσία ραχούλι του Παπαδάκη, να πάρει το εκεί μονοπάτι και πάνω από το βουνό να φτάσει στο χωριό. Με την έγνοια όμως για τα βάλια του, όπως αυτός τα διηγιόταν, ούτε στιγμή δεν κάθισε. Γέμισε το σακούλι του με ένα καρβέλι ψωμί και μία σφήνα τυρί και γύρισε αμέσως με αγωνία στη λημέρι του να δει τι απόγιναν τα βάλια του. Κρέμασε το σακούλι με το ψωμότυρο και το μπακράτσι με το φαί ψηλά στο ψαθοσκέπαστο «ανάκτορό του» και προχώρησε συνέχεια να φτάσει στο βουρό που ήταν σε απόσταση 300 μ. περίπου στο Φραξά στη θέση «μποστανιά». Μόλις έφτασε εκεί, βλέπει τα βάλια του, το ένα πάνω στο άλλο ψόφια και τουμπανιασμένα. Το αίμα του πάγωσε, η ανάσα του κόπηκε, ο νούς του σάλεψε, τραβάει τα μαλλιά του και πέφτει κάτω λιπόθυμος. Πόση ώρα έμεινε εκεί πεσμένος κάτω στις λάσπες, δεν ήξερε ούτε ο ίδιος, όπως διηγιόταν αργότερα όταν καμία φορά τ’ όφερνε η συζήτηση και από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα στο μελαχρινό του πρόσωπο. Ο άλλος βαλάρης ο Γεράσιμος Λαμπόβας, ο Μάκκας, όπως τον αποκαλούσαν οι χωριανοί (κατά παράφραση του Μάκης από Γερασιμάκης), «τσακάλι του βάλτου όντας, προέβλεψε τον μεγάλο κίνδυνο και διαισθάνθηκε την καταστροφή. Με ζωηρές φωνές και κινήσεις αμόλησε από το «βουρό» όσα βάλια ήσαν κλεισμένα μέσα και όλα μαζί τα σαλάγησε προς τα ριζά του βουνού στη θέση Αγ. Δημήτριος της Πενταλόφου. Η κίνησή του αυτή αποδείχθηκε σωτήρια. Όλα τα βάλια, εκτός από τρεις βάλες που τις παρέσυραν τα ορμητικά νερά του Αχελώου, βγήκαν στο βουνό και σώθηκαν. Αυτός ανέβηκε στο πανύψηλο φράξο που είχε τη «φραγκιότα του» και έμεινε εκεί πάνω αποκλεισμένος δύο 24ωρα. Ο μάκκας υπήρξε «συνώνυμος» του βάλτου. Λέγανε οι κάτοικοι βάλτο και ο νούς τους πήγαινε στο Μάκκα και αντιστρόφως. Θα ήταν παράλειψη από την περιγραφή, του τότε σκηνικού της όλης περιοχής του βάλτου και του δάσους να μην αναφέρω τον τρόπο που αυτός «παντρεύτηκε» το βάλτο, τον τρόπο που έζησε μέσα σε αυτόν και τελικά τον τρόπο που πήρε «διαζύγιο» από αυτόν όπως αυτός και οι ντόπιοι διηγούνταν τη ζωή του.! Μικρός ακόμη, στην Τετάρτη του Δημοτικού σχολείου δεν ήξερε το μάθημα της Γεωγραφίας και εκτός αυτού, στο μονοτάξιο σχολείο που ήταν τότε οι μαθητές όλων των τάξεων στην ίδια αίθουσα μιλούσε και ενοχλούσε. Ο Δάσκαλος ήταν τότε ο μπάρμπα-Γιώργος ο Σωτηρίου, γαμπρός του Μάκκα από πρώτη εξαδέλφη, προπάππους του σημερινού Παναγιώτη Σωτηρίου (φούρναρης το επάγγελμα). ΄Εγινε Δάσκαλος με λίγα καλυβογράμματα που ήξερε γιατί με την επέκταση τότε 1912-13 της Ελλάδος, δεν υπήρχαν άνθρωποι με ανάλογους τίτλους σπουδών για να επανδρώσουν τις δημόσιες υπηρεσίες. Το κράτος τότε μείωσε τις αξιώσεις του σε προσόντα σπουδών και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο μπάρμπα-Γιώργος έγινε πολυθεσίτης κατά τη σημερινή ορολογία:δάσκαλος, γραμματέας της τότε ιδρυθείσης κοινότητας και ληξίαρχος. Με αυτές τις παιδαγωγικές γνώσεις λοιπόν ο μπάρμπα-Γιώργος για να συνετίσει το Μάκκα τον κτύπησε μια μία αγρελίσια βέργα που έφερε κόμπους, στα χέρια και στα πόδια προκαλώντας του τρομερούς πόνους. Πέρα από αυτό τον έβαλε τιμωρία να στέκεται γονατιστός πάνω σε χαλίκια πίσω από τον πίνακα για να μη βλέπει τα παιδιά στην αίθουσα. Ο πίνακας τότε στηριζόταν σε ένα τρίποδα ξύλινο και πιο πίσω ήταν ένα παράθυρο του σχολείου κάπως υπερυψωμένο. Ο Μάκκας ανάμεσα στον πίνακα και το παράθυρο να στέκεται με τα γόνατα επάνω στα χαλίκια, δεν χάνει καιρό, κάνει ένα σάλτο από το παράθυρο και έφυγε για το βάλτο. Εκεί, είχε ο πατέρας του λίγα βουβάλια μόνα τους και από καιρό τα επιτηρούσε. Αυτός έκτοτε, έμεινε μόνιμα εκεί και με αγάπη επιδόθηκε στην κτηνοτροφία. Ζούσε τη ζωή του δάσους και του βάλτου, έχοντας τις εγκαταστάσεις του στην τοποθεσία Παλιοκαψάλα. Κατοικία του είχε καλύβα καμωμένη εξολοκλήρου από υλικά του δάσους και του βάλτου. Οι «τοίχοι» της ήταν από παλούκια στημένα-μπηγμένα στο έδαφος και πλεγμένα με δεξιοτεχνία από λυγαριές (λυγιές κατά την έκφραση των ντόπιων). Η σκεπή της επίσης από παλούκια αυξημένου μεγέθους τα λεγόμενα από τους κατοίκους δρομάκια και επάνω σ’ αυτά ήταν απλωμένα σε απανωτές στρώσεις ψαθιά (υδροχαρή φυτά του βάλτου 1-1,5 μ. ύψος), που αποτελούσαν τα κεραμίδια θα λέγαμε σήμερα της κατοικίας του. Είχε και την πολυτέλεια της μόνωσης. Απέξω από τα πλευρικά «τοιχώματα είχε, με επιδεξιότητα επίσης, στρώσεις πάχους 10-20 cm., από χόρτα του δάσους που οι κάτοικοι τα λέγανε ρένες. Μέσα στη «θωρακισμένη» αυτή κατοικία πέρα από τα είδη της τότε απλά οικιακής χρήσης σκεύη μαγειρικής κλπ. είχε και τα στοιχειώδη βιοτεχνικά εργαλεία για την επεξεργασία του γάλακτος και των υποπροϊόντων του. Μέσα σε όλα τα παράξενα της ζωής του ήταν και τούτο: δίπλα στο καλύβι του, μεταξύ των άλλων φράξων ήταν και ένα πανύψηλο και πελώριο φράξο. Στην κορυφή αυτού του δένδρου, για να παρακολουθεί τα κοπάδια του αλλά και να αποφεύγει τα κουνούπια του βάλτου που αφθονούσαν κυρίως το καλοκαίρι, κατασκεύασε φραγκιάτα (κατασκεύασμα από κλαδιά δένδρων και χόρτα σε μέγεθος δωματίου, μοιάζοντας με αητοφωλιά). Το φράξο αυτό διατηρήθηκε μέχρι το έτος 1980 οπότε θυσιάστηκε κι αυτό στο θεό του κέρδους. Πέρα από τις κτηνοτροφικές του ενασχολήσεις είχε σαν χόμπυ του μέσα στο βάλτο το κυνήγι και το ψάρεμα με καταπληκτικές σχεδόν σε καθημερινή βάση επιτυχίες. Όλα τα θηράματα και τα αλιεύματα-τότε βλέπεις δεν είχαν εμπορική αξία-πέρα από αυτοκατανάλωση, διατίθεντο στους επισκέπτες του που πάντα υπήρχαν σε μεγάλη συχνότητα από άλλους τσοπάνηδες, ξυλοκόπους του δάσους, κυνηγούς και κατοίκους του χωρίου που φτάνανε μέχρι το δάσος για απόκτηση πάσης φύσεως υλικών.΄Εζησε σ’ αυτό το χώρο περί τις 2,5 10ετίες. ΄Εφτιαξε μεγάλα και ξακουστά κοπάδια κυρίως βουβαλιών αλλά και γελαδιών, γουρουνιών και λίγων προβάτων πέρα από το άλλο χόμπυ του, που ήταν οι κότες που τις έχασε κατά την πλημμύρα του Αχελώου. Όλα όμως έχουν αρχή και τέλος. Εμφανίστηκε στη 1ετία του 1930 η Γεωργική Εταιρεία Λεσίνι Α.Ε. Βάθυνε και διεύρυνε όλα τα φυσικά αυλάκια του βάλτου και για την ταχεία αποστράγγιση αυτού πρόσθεσε και άλλα. Σ’ αυτή τη φάση και βάλια πέφτανε στα, με χαμηλή στάθμη ήδη, νερά των αυλακιών και πολλές φορές δεν μπορούσαν να έχουν ομαλή έξοδο από αυτά. Εκτός από αυτά τα δεινά, η εταιρεία κάθε μέρα του έκανε μηνύσεις γιατί τα βάλια χαλούσαν, έλεγε, τα τεχνικά έργα με δυσβάσταχτες ταλαιπωρίες και δαπάνες. ΄Εφτασε η ώρα ο Μάκας να πάρει διαζύγιο πλέον από το βάλτο. Με στενοχώρια και πόνο στην καρδιά αποφάσισε να τα πουλήσει όλα στους ζωέμπορους. Τότε βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι που θύμιζε τη ρήση του Ευαγγελίου : «Ανθρώπου τινός ευφόρησε η χώρα και διελογιζέτο εν τη καρδία αυτού τι ποιήσω». Είχε πρόβλημα τι να κάνει το σημαντικότατο χρηματικό κεφάλαιο που απέκτησε από την αναγκαστική μετατροπή του ζωικού σε χρηματικό κεφάλαιο. Σ’ αυτή τη φάση, ο γαμπρός του από αδελφή ο Γιωργάκης Τσιμπουράκης, από το χωριά Σταμνά, άνθρωπος με κοινωνικές διασυνδέσεις, οικονομική επιφάνεια και έξυπνος και με οικογενειακή παράδοση στο εμπόριο, που έφτανε μέχρι τον προπάππο του που ήταν κοτσαμπάσης (φοροεισπράκτορας) του Κάζερλη (περιοχή νομού θα λέγαμε σήμερα) για λογαριασμό του Βεζύρη της περιοχής του πρότεινε τρεις λύσεις: Η πρώτη ήταν να αγοράσει ένα κτήμα 2.500 στρ. στην Αθήνα εκεί που σήμερα είναι η συνοικία Παγκράτι. Η δεύτερη να τα επενδύσει αγοράζοντας το μεγαλύτερο ξενοδοχείο τότε στην Πάτρα με την επωνυμία «ΣΕΣΙΛ» δίπλα στο Μώλο της Πάτρας-νομίζω ότι υπάρχει και σήμερα με άλλη επωνυμία-και η Τρίτη λύση να τα επενδύσει στο χωριό σε μηχανήματα, αλευρόμυλου και ελαιοτριβείου που για την εποχή τους ήταν ότι το καλύτερο και σύγχρονο στην Ευρώπη. Ο Μάκας και λόγω κουλτουρας προτίμησε την τρίτη λύση. Η προσφορά του με την επένδυση αυτή στην περιοχή ήταν σημαντική, επαναστατική θα λέγαμε. Τα χωριά Κατσαρού, Ρίγανη, Παλαιομάννινα, Στρογγυλοβούνι, Πεντάλοφος, Μάστρο, Γουριά, Κατοχή και φυσικά το χωριό, κουβαλούσαν τον ελαιόκαρπο με τα άλογά τους στο λιοτρίβι που μέχρι τότε εξυπηρετούνταν πλημμελώς από χειροκίνητα και σπάνια στην περιοχή λιοτρίβια. Αυτό διήρκεσε μέχρι τη 10ετία του 1950, οπότε τα μηχανήματα είχαν απόλυτη οικονομική απαξίωση λόγω εμφανίσεως πιο σύγχρονων και οι απόγονοι του Μάκα δεν κατόρθωσαν ανανεώνοντάς τα να προσαρμοστούν στην εξέλιξη και έτσι χάθηκαν.
Η ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΣΙΝΙ (Α.Ε.Γ.Ε.Λ.) ΄Ολος αυτός ο υδροβιότοπος και το οικοσύστημα έμελλε να ζήσει μέχρι τη 10ετία του 1930. Το 1931 άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. ΄Εφτασε στην περιοχή μας η βιομηχανική και οικονομική αναγέννηση που άρχισε ουσιαστικά στη χώρα μας από τη δεύτερη Κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη. Δύο προοδευτικοί, πρωτοπόροι και πετυχημένοι βιομήχανοι με αξιόλογες βιομηχανίες στον Πειραιά, Επαμεινώντας Χαριλάου και Ν. Κανελόπουλος, συνέστησαν εταιρεία με έδρα την Αθήνα με την επωνυμία ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΣΙΝΙ Α.Ε. (ΓΕΛ.) ΜΕ ΣΚΟΠΌ ΤΗΝ ΑΠΟΞΉΡΑΝΣΗ ΤΟΥ ΈΛΟΥΣ Λεσινίου και την μετατροπή αυτού σε καλλιεργήσιμη και παραγωγική περιοχή προς όφελος αυτών και του κοινωνικού συνόλου. Τα σχέδιά τους, υπέβαλλαν στην τότε Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου και είχαν ανταπόκριση. Υπέβαλαν αίτηση στο Υπουργείο Εθν. Οικονομίας και δεν άργησε να καταρτιστεί η σύμβαση αξιοποίησης του έργου μεταξύ του Κράτους και της Εταιρείας. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η εταιρεία άρχισε να πραγματοποιεί το στόχο της: Κουβάλησε τα αναγκαία και υπάρχοντα για την εποχή εκείνη μηχανήματα: Τρακτέρ ερπηστριοφόρα (μικρά και μεγάλα με όλα τους τα παρελκόμενα, κατάλληλα για δουλειά στο βάλτο), εκσκαφείς και μία βυθοκόρο που από τη δουλειά που έκανε συνήθισαν να τη λένε ρουφήχτρα. Επίσης εξειδικευμένο προσωπικό και άρχισε την αποστράγγιση και την εκχέρσωση του βάλτου. ΄Αρχισε από το Βόρειο μέρος την τοποθεσία «Γεροπόρος» που είχε και τη μεγαλύτερη υψομετρική διαφορά για ευνόητους λόγους που δεν χρειάζεται να την αναφέρουμε. Το πρώτο βήμα του όλου έργου ήταν με τη βυθοκόρο και τους εκσκαφείς να διευρύνουν και να βαθύνουν τα φυσικά αυλάκια απορροής του νερού προς το Ιόνιο Πέλαγος. Ειδικότερα του κεντρικού και μεγαλύτερου αυλακιού του βάλτου που ήταν αυτό που και σήμερα αποκαλούμε με την ίδια προσωνυμία. Το έκανε σωστό ποτάμι, πλωτό για καϊκια σε βάθος 8-10 χλ. Από το Ιόνιο Πέλαγος που εκβάλλει μέχρι την τοποθεσία «Αγ. Δημήτριος». Το αυλάκι αυτό ήταν το κεντρικότερο αυλάκι του βάλτου απορροής όχι μόνο των ομβρίων υδάτων αλλά και κυρίως των, απροσδιορίστου αριθμού πηγών που πηγάζουν όπως και σήμερα στα ριζά του Αγίου Δημητρίου και της Λάμπρας, στέλνοντας πολλές χιλιάδες κυβικών νερού το 24ωρο στη θέση Βαλτί όπου εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος. Εκεί ήταν η έδρα της δ/νσης της εταιρείας. Είχε εκκοκκιστήριο βάμβακος, ξηραντήρια προϊόντων κει ένα αξιόλογο συνεργείο επισκευής όλων των γεωργικών, χωματουργικών μηχανημάτων και αυτοκινήτων. Στο Φράξο ήταν η έδρα των γεωτεχνικών υπηρεσιών από όπου οι γεωπόνοι ρυθμίζανε τα συνεργεία της παραγωγικής διαδικασίας: σπορές, λίπανση, ραντίσματα συγκομιδές προϊόντων και μεταφορές αυτών με ρυμούλκες ή τα αυτοκίνητα στις αποθήκες. Τα κύρια προϊόντα που παρήγαγε ήταν το σιτάρι, το καλαμπόκι, το βαμβάκι και τα ονομαστά καρπούζια Λεσινίου. Το έδαφος ήταν πολύ περισσότερο γόνιμο από σήμερα και οι στρεμματικές αποδόσεις σε ποσότητα αλλά και σε ποιότητα, κυρίως στα καρπούζια, ανεπανάληπτες. Με δικά τους καϊκια ή και τρίτων εμπόρων-τότε δεν υπήρχαν χερσαίες μεταφορές με αυτοκίνητα αλλά μόνο με άλογα- που έπλεαν στον κεντρικό αύλακα τα φόρτωναν κατά κανόνα στην περιοχή του Φράξου στα τσαρδάκια (σκέπαστρα από καλάμια) στημένα στο χείλος του αυλακιού έτοιμα για πώληση. Εκεί εργάτες, κατά κανόνα εργάτριες από κάτω στη σκιά των σκέπαστρων, που τα καρπούζια ήταν σωριασμένα, κολλούσαν απάνω τους τη στάμπα της Εταιρείας που ήταν χάρτινη, στρογγυλή με μια χωριατοπούλα ζωγραφισμένη με ζωηρά χρώματα και την επωνυμία της Εταιρείας «ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΣΙΝΙ Α.Ε.». Στη συνέχεια τα μαρκαρισμένα καρπούζια, κάνοντας ανθρώπινη αλυσίδα από τον έναν στον άλλον, κατά πανηγυρικό τρόπο ρυθμικά τα τοποθετούσαν προσεκτικά για να μη σπάσουν μέσα στα καϊκια για να τα μεταφέρουν στις αγορές του Πειραιά, της Αθήνας, της Πάτρας, των Επτανήσων. Κ.α.Η Εταιρεία για να μεγιστοποιήσει το κέρδος συνήθιζε πολλές φορές να έχει δικά της πρατήρια. ΄Ετσι γεννήθηκε η φίρμα και εξακολουθεί να υπάρχει στην αγορά «καρπούζια Λεσινίου». Ποιοτικά τα χαρακτήριζε το κόκκινο χρώμα, η γλύκα, η γεύση και το άρωμα. Το 1940 με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο η εταιρεία ανέστειλε τις εργασίες της. Τα τρακτέρ επιτάχθηκαν από τον ελληνικό στρατό για την εξυπηρέτηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Μετά την ξένη Κατοχή ξαναδραστηριοποιήθηκε για να γίνει στη 10ετία 1940 και 1950 το κτήμα πλέον Λεσίνι, περιφραγμένο και προστατευμένο γύρωθεν από περιφερειακό αυλάκι. Με τέσσερις εισόδους όπου ήταν φύλακες στις θέσεις: Παλαιοκαψάλα για τους κατοίκους της Παλαιοκατούνας, Λάμπρας της Πενταλόφου, Τρικάρδου της Κατοχής και του Γεροπόρου του Κάτω Ξηρομένου και Αστακού, ο σιτοβολώνας της περιοχής και ο οικονομικός παράγοντας του Κάτω Ξηρομέρου, της Παραχελωίτιδας αλλά και της ευρύτερης περιοχής, Λευκάδας, Ιθάκης, Κεφαλονιάς και γενικά της Αιτ/νίας. Ο αριθμός του εργατικού προσωπικού, κατά τις καλλιεργητικές περιόδους, ανέρχονταν σε 1000 με 1500 άτομα. Το κτήμα Λεσινίου τότε έσφυζε από ζωή και κίνηση με λέσχες φαγητού και τροφίμων.Στα μέσα της 10ετίας του 1950 κάτω από τις τότε κρατούσες κοινωνικοοικονιμικές συνθήκες και τα πολιτικά ρεύματα, που επικρατούσαν κρατικίστικες και λαϊκίστικες αντιλήψεις, το κράτος με κυβέρνηση Κων. Καραμανλή τότε, απαλλοτρίωσε το κτήμα και την Εταιρεία την διαδέχθήκε ο Οργανισμός Λεσινίου. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η εταιρεία προφανώς έκανε χρήση μιας ρήτρας της σύμβασης που έγινε μεταξύ αυτής και του κράτους που έλεγε «μετά την ολοκλήρωση της εκχέρσωσης το 30% του κτήματος θα περιήρχετο στην ιδιοκτησία της εταιρείας και το υπόλοιπο στο κράτος» και έτσι είχε κάθε συμφέρον να έχει ημιτελές το έργο αφενός και αφετέρου το υπόλοιπο προς εκχέρσωση κομμάτι προς το Ιόνιο είχε και πολλές δυσκολίες και συνεπώς ήταν αντιοικονομικό γι’ αυτήν.Η εταιρεία αφού έλαβε στην αποζημίωσή της, παρέμεινε με την όλη σύνθεσή της ως έμπειρος που ήταν στις εκχερσώσεις εργολάβος, να αποπερατώσει για λογαριασμό του Δημοσίου την όλη ημιτελή εκχέρσωση του κτήματος με δαπάνες, απολογιστικά των δημοσίων επενδύσεων.Πράγματι η εταιρεία παράλληλα με τον Οργανισμό, που για ένα χρονικό διάστημα συνυπήρχαν, ολοκλήρωσε την εκχέρσωση μέχρι το ακρότατο σημείο του Ιονίου Πελάγους προς το οποίο σήκωσε ανάχωμα σε τρόπο ώστε τα νερά του να εμποδίζονται να κατακλείζουν την λεγόμενη κάτω ζώνη του κτήματος με παράλληλη εγκατάσταση μεγάλου ηλεκτροκίνητου αντλιοστασίου στη θέσει ΤΣΕΡΟΝΤΑ, ειδικών προδιαγραφών από Γερμανικά εργοστάσια. Εχει στόχο να αντλεί τα όμβρια και πηγαία νερά που μαζεύονται στη ζώνη αυτή, να τα ρίχνει στη θάλασσα και έτσι να κρατά καλλιεργήσιμη την κάτω ζώνη που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από την επιφάνεια της θάλασσας, θυμίζοντας και λίγο Ολλανδία. Το έτος 1977 στο κτήμα έγινε αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών των κοινοτήτων της ευρύτερης περιοχής και συνεχίζει έκτοτε το κτήμα να καλλιεργείται από το νέο καθεστώς ιδιοκτησίας.
ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ Τα έτη 1933 και 1936 η εταιρεία είχε διένεξη με την κοινότητα της Παλαιοκατούνας για τα ιδιοκτησιακά όρια των κτηματικών περιοχών, εταιρείας και κοινότητας. Το διοικητικό δικαστήριο καθορισμού διοικητικών ορίων έκρινε ότι το παραβάλτιο δάσος («Καλαμάκι», «Κυνιάς», «Παλιοκαψάλα» κλπ) πρέπει ως ζωτικός χώρος της κτηνοτροφίας να επιδικαστεί υπέρ της κοινότητας, πράγμα που έγινε. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. ΄Ηρθε η δικτατορία Μεταξά και ο ισχυρός όμιλος Χαριλάου ανάτρεψε τα πράγματα. Το δάσος αυτή τη φορά παραχωρούνταν στην εταιρεία όλο και όχι μόνο. Η οριοθέτηση ορίζετο να είναι και πέραν του δάσους προς Ανατολάς στην θαμνοσκέπαστη-χερσολιβαδική ζώνη- μέσα στην οποία υπήρχαν αναγνωρισμένες ιδιοκτησίες (χωράφια) των κατοίκων των Κοινοτήτων Παλαιοκατούνας και Πενταλόφου. Η εταιρεία για να κατοχυρώσει την νέα της πλέον ιδιοκτησία (το δάσος) που προστίθετο και προσαύξανε την παλιά άρχισε την εφαρμογή της οριοθέτησης χαράσσοντας με εκσκαφέα της, μεγάλη τάφρο θρασύτατα, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες των κατοίκων και των κοινοταρχών. Οι κτηματίες ανοργάνωτοι και αδύναμοι όπως ήταν απέναντι στην πανίσχυρη εταιρεία, παρακολουθούσαν αμήχανοι και σαστισμένοι, μη μπορώντας και μη γνωρίζοντας πώς να αντιδράσουν. Αφού η εταιρεία προχώρησε στη χάραξη της τάφρου περί του ενός χιλιομέτρου και έφτασε στο χωράφι του Ν. Ανδρέου που οι κάτοικοι του είχαν δώσει το παρατσούκλι «Γκλάγκ» έγινε το απροσδόκητο για την εταιρεία και τους αδικημένους κατοίκους. Ο Ανδρέου με εδραιωμένη την πεποίθηση για το δίκιο του, άρπαξε ένα δίκανο και ένα τσεκούρι και οργισμένος και αποφασισμένος για όλα, όρθωσε το ανάστημά του στον εκσκαφέα και δυναμικά τον σταμάτησε. Κατέφθασε τότε ο διευθυντής της εταιρείας με την αστυνομία με μύριες όσες απειλές και υποσχέσεις προσπάθησαν να τον απομακρύνουν. Αλλά που να υποχωρήσει ο οργισμένος Ανδρέου. Τότε ο διευθυντής αφού κατάλαβε ότι από αυτόν θα παρακινούνταν και οι άλλοι αδικούμενοι και θα χυνότανε αίμα, έδωσε εντολή να καλυφθεί η τάφρος που είχε ανοιχτεί και μετατόπισε την οριοθέτηση προς τα Δυτικότερα, περιοριζόμενος μόνο στο δάσος αφήνοντας έξω τις ιδιοκτησίες.Στη συνέχεια η εταιρεία μεθοδευμένα, με τους, εκσκαφείς να ξεχώνουν τη γύρω περιοχή του ριζικού συστήματος των πελώριων δένδρων και δένοντάς τα με συρματόσχοινα, να τα τραβούν τα τρακτέρ, τα κατέστρεψαν./ Φτάνοντας στην περιοχή του σημερινού Φραξά με τις τρεις πηγές που τότε έβγαζαν πολύ περισσότερο νερό, είχαν πρόβλημα στον τεμαχισμό και την καλλιεργητική αξιοποίηση της περιοχής αφενός αλλά και αφετέρου δύο γεωπόνοι με ευαισθησία στο περιβάλλον, έπεισαν το διευθυντή, ο οποίος πιέστηκε και από ανθρώπους του δασαρχείου, να το εξαιρέσουν το κομμάτι αυτό της εκχέρσωσης και να μείνει σε ανάμνηση του όλου δημιουργήματος της Φύσης.
Ο ΦΡΑΞΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ΄Ετσι σώθηκε το σημερινό δάσος που χρωστάει τη ζωή του σε λίγους ανθρώπους που τους κατείχε η μεγάλη ευαισθησία για τη φυσική Ιστορία του τόπου και της περιοχής. Για μας παρέμεινε από τη δεκαετία του 1930 να μας θυμίζει το τι η φύση δημιούργησε και έθεσε στην υπηρεσία του ανθρώπου και τι αυτός με τις σειρήνες της εξέλιξης και του πολιτισμού σε μια φρικαλέα επίθεση, ενεργώντας εναντίον της φύσης, κατέστρεψε. ΄Εκτοτε το κομμάτι αυτό που γλίτωσε και φτωχό πλέον, βαδίζει μέσα στο άγνωστο της αιωνιότητας καταριέται, αν το αφουγκραστούμε, την ώρα και τη στιγμή που σώθηκε, από τις αφάνταστες κακοποιήσεις που υφίσταται όλα αυτά τα χρόνια από τον λεγόμενο ανθρώπινο παράγοντα. Η ζωή και η όψη του σήμερα έχει μόνο τα βασικά χαρακτηριστικά του πάλαι ποτέ αρχικού δάσους, από τις συνεχείς παρεμβάσεις και κακοποήσεις. Του στερήσαμε δύο βασικά όπλα που είχε για την πορεία της ζωής του: Το ένα είναι η βιολογική συνήθεια να ζει σε μεγάλη πυκνότητα και έτσι το ένα δίπλα στο άλλο τα δένδρα όπως είναι πανύψηλα και θεόρατα σε όγκο να αλληλοστηρίζονται από τα δύσκολα καιρικά φαινόμενα, το άλλο είναι το όπλο της αναγέννησης που αποτελεί βιολογική απαίτηση για τη διαιώνιση του είδους. Τώρα μέσα στο δάσος το ένα δένδρο μακριά από το άλλο με περιοχές ακάλυπτες και το άνω ριζικό τους σύστημα, λόγω που τα χώματα κάθισαν, να είναι έξω από το έδαφος, γέρικα και κουφαλιασμένα από την ταλαιπωρία , αναλογίζονται τα περασμένα μεγαλεία που δεν έχουν επιστροφή.Περισσότερο θλίβονται για τα μικρά τους φραξάκια που χιλιάδες φυτρώνουν κάθε χρόνο και πολεμούνται βάναυσα από την παράνομη βόσκηση και έτσι 10ετίες τώρα δεν αφήνουν να επιτελέσουν το βιολογικό του καθήκον που είναι η διαιώνιση του είδους τους και με τη δύναμη της προσαρμογής που τα χαρακτηρίζει, δυναμικά να συνεχίσουν στο νέο μικροκλίμα της περιοχής τη ζωή του δάσους.Το ισόγειο της κατοικίας του δάσους σήμερα (το έδαφος) από ένας περίφημος υγρότοπος που ήταν από τις πολυάριθμες πηγές (ματάκια κατά την ορολογία των ντόπιων) της ευρύτερης περιοχής αλλά και αυτές που αναβλύζανε και αναβλύζουν και σήμερα μέσα στο δάσος αλλά με μειωμένες ποσότητες 40-60% νερού της τότε καλής γι’ αυτά εποχής, τώρα αυτός είναι επιφάνεια, ένας ξερότοπος. Ο υδροφόρος ορίζοντας χαμήλωσε αισθητά. Ο Κυναύλακας, πλάτος 25 μ. και βάθος 3-4μ. πλημμυρισμένος τότε που μάζευε όλα τα νερά των πηγών και κυλούσε τα πλούσια νερά του ήρεμα και νωχελικά, σήμερα αποξηραμένος κείτεται μέσα στο δάσος με χαμένη την αίγλη του και την ομορφιά του. Το υγρό έδαφος ευνοούσε μια οργιώδη βλάστηση από σκιόφυλλα ή ηλιόφυλλα υδροχαρή και υδρόβια φυτά μιας μεγάλης γκάμας της ελληνικής χλωρίδας όπως : ψαθιά στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ράζαβα, παπύρια, αγριοκάλαμα, κλπ. με χαρακτηριστικό όλων αυτά των περικοκλάδων που με πείσμα σε μεγάλη πυκνότητα, σφιχταγκάλιαζαν τα πάσης φύσεως φυτά και αναρριχώμενα σ’ αυτά, βγάζανε ποικιλόμορφα λουλούδια με λογής –λογής αποχρώσεις, που, συνδυαζόμενες με τα χρώματα από τα κρίνα και του νούφαρα, που αφθονούσαν μέσα στον υγρότοπο του δάσους, προκαλούσαν απερίγραπτη αίσθηση ομορφιάς. Βέβαια στο ισόγειο μέσα στην όλη χλωρίδα κυριαρχούσαν πάντα επιβλητικά σε μεγάλη πυκνότητα πάσης ηλικίας μικρά φραξάκια και όλα μαζί με την άλλη χλωρίδα συμπλεκόμενα , αποτελούσαν ένα καταπράσινο τείχος απροσπέλαστο όχι μόνο στον άνθρωπο αλλά και στα περισσότερα μέρη και στο βλέμμα του, γι’ αυτό αποτελούσε μόνιμο καταφύγιο των άγριων ζώων που αφθονούσαν στην περιοχή.΄Οσο η εταιρεία ήταν στα πράγματα με τους φύλακές της το πρόσεξε αυτό το κομμάτι του Φραξά. Το πρόσεξε κυρίως μόνο από την υλοτόμηση και μάλιστα την άγρια που υπέστη όταν η εταιρεία λόγω του ελληνοϊταλικού πολέμου και της ξένης κατοχής στη χώρα μας είχε αναστείλει σημαντικά τις δραστηριότητές της. Αυτό έγινε σχετικά με την υλοτόμηση όχι όμως και ως προς τη βόσκηση που για το κέρδος αδιαφορούσε για τα μικρά φραξάκια νοικιάζοντας το δάσος για βόσκηση σε κτηνοτρόφους με δυσμενή αποτελέσματα για την αναγέννηση. Παρά ταύτα όμως, υπήρξε κάποια σχετική αναγέννηση και στο ισόγειο του δάσους κατά ένα σημαντικό μέρος διατηρήθηκε η χλωρίδα καθ’ όλη τη διάρκεια που η εταιρεία κατείχε την εκμετάλλευση του όλου κτήματος Λεσινίου.Όταν ανέστειλε τη δραστηριότητά της λόγω του πολέμου και επειδή ο όλος χώρος του εκτεταμένου δάσους περιορίστηκε στην έκταση του σημερινού δάσους, τότε η εξυπηρέτηση των κατοίκων από υλικά του δάσους για αγροτικές κατασκευές και ενασχολήσεις: φράκτες, καλύβια, παλούκια για τα αμπέλια κλπ., έπεσε να εξυπηρετηθεί από τη μικρή ήδη έκταση του σημερινού δάσους και έτσι έγινε μία βάρβαρη αφενός υλοτόμηση των φράξων, ηλικίας και αναστήματος πέραν αυτών που τα ζώα έφταναν για βόσκηση και αφετέρου μια αγρια υπερβόσκηση από όλα τα άλογα του χωρίου και των λοιπών μικρών και μεγάλων ζώων της περιοχής. Το καθεστώς αυτό συνεχίστηκε και όταν το κτήμα απαλλοτριώθηκε και την εταιρεία την αντικατέστησε ο οργανισμός Λεσινίου. ΄Εκτοτε υπήρξε ενδιαίτημα των μικρών και μεγάλων ζώων όπου μέσα στο δάσος σε μόνιμη βάση υπήρχαν τα «γρέκια» τους και οι λοιπές κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Παρά τις πάμπολλες αντιξοότητες από τις δράσεις του ανθρώπου, το δάσος διατήρησε τα βασικά χαρακτηριστικά του πάλαι ποτέ υπέροχου δάσους. Διατήρησε το πείσμα και τη θέληση για τη ζωή. Διατήρησε την επιβλητικότητά του που προκαλεί το ύψος και ο όγκος των δένδρων του. Διατήρησε το απαλό, γλυκό πράσινο χρώμα στα «μεταξένια φύλλα» του που σκορπούν τη χαρά και τη δροσιά στο αντίκρυσμά τους από τον επισκέπτη.Αλλά το πλέον χαρακτηριστικό που διατήρησε είναι τα μυριάδες σπέρματα που παρά τις ταλαιπωρίες των γέρικων δένδρων τα οπλίζουν με φοβερή φυτρωτική ικανότητα που κάθε χρόνο μετατρέπονται σε χιλιάδες φραξάκια για τη διαδοχή των γέρικων χωρίς να το κατορθώσουν εδώ και 120 χρόνια. ΄Ετσι μαρτυράει η επιστήμη με το στόμα του δασάρχη που καταμέτρησε και χαρτογράφησε όλο τον πληθυσμό των δένδρων μέσα στο δάσος και από τα 4200 περίπου δένδρα που βρέθηκαν δεν βρέθηκε κανένα να είναι μικρότερο από την ηλικία αυτή (120 ετών). Οι σειρήνες του πολιτισμού και της εξέλιξης είχαν τις συνέπειες σε βάρος της φύσης και του περιβάλλοντος σε διεθνές επίπεδο. Φαινόμενα όπως: όξινη βροχή, το Μιλένιο, η τρύπα του όζοντος και άλλα επιβλαβή για την ανθρώπινη ύπαρξη εμφανίστηκαν. Διεθνή συνέδρια επί συνεδρίων έγιναν και γίνονται, πολιτικά και κοινωνικά κινήματα αναπτύχθηκαν. Τα κράτη ίδρυσαν υπουργεία περιβάλλοντος, διεθνείς οργανώσεις έγιναν για την προστασία των υγροτόπων (RAMSAR) και των δασών (NATURA) και όλα αυτά για τη σωτηρία του περιβάλλοντος χώρου.Μέσα σ’ αυτό το διεθνές κλίμα ευαισθησίας, προστασίας του περιβάλλοντος, η χώρα μας ως είχε υποχρέωση από διεθνείς συμβάσεις, προσάρμοσε κι αυτή το νομοθετικό της πλαίσιο προς την κατεύθυνση του παγκόσμιου κλίματος. ΄Ετσι τη δεκαετία του 1980 το Υπουργείο Γεωργίας ενέκρινε και η Δ/νση δασών Αιτωλ/νίας με την δ/γή 177933/5003/11-11-81 παραχώρησε τη διαχείριση και αξιοποίηση του Φραξά στο Δασαρχείο Μεσολογγίου. Με την αριθ. 189614/96691/15-11-85 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο της φύσης. Το Δασαρχείο με τη σειρά του, υπέβαλε σχετικά προγράμματα και χρηματοδοτήθηκε για την περίφραξη με απώτερο σκοπό την αναγέννηση και τη σωτηρία του αφενός και αφετέρου την Τουριστική αξιοποίηση για να παίξει έναν νέο ρόλο που του επιφυλάσσει ο σημερινός πολιτισμός μας. «ΙΔΩΜΕΝ».
Ο ΑΠΑΝΩ ΚΑΜΠΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Ο απάνω κάμπος του χωρίου εξυπηρετούνταν τότε από δύο αγροτικούς δρόμους, στενούς χωματόδρομους που ο ένας πήγαινε προς την Παλιοκαψάλα και ο άλλος προς τους Μαγγανάδες. Το χειμώνα ήταν αδιάβατοι, μόνο καβάλα σε άλογο μπορούσες να τους προσπελάσεις. Οι ιδιοκτησίες ήταν πολυτεμαχισμένες, ακανόνιστου σχήματος και επιφάνειας. Υπήρχαν ιδιοκτήτες να έχουν μέσα στον κάμπο διάσπαρτα και σε απόσταση σε δέκα και δεκαπέντε θέσεις. Η καλλιέργεια γινόταν παλιότερα με ζευγάρια βοϊδιών. Μετά άρχισε με ζευγάρια αλόγων που θεωρήθηκε και ήταν εξελιγμένη καλλιέργεια. Το τελευταίο ζευγάρι βοϊδιών σταμάτησε να λειτουργεί στις αρχές της 10ετίας του 1950 και ήταν του Τάτση του Σεραφίγγου. Το 1952 ήρθε το πρώτο τρακτέρ στο χωριό και από τότε άρχισε σιγά-σιγά να σταματάει η καλλιέργεια με τα άλογα και να ανατέλλει πλέον οριστικά η μηχανική. ΄Οταν η καλλιέργεια γινόταν με άλογα ο κάθε ιδιοκτήτης για να φτάσει στο χωράφι του πήγαινε με τα άλογά του από σύνορο σε σύνορο και έτσι χωρίς να βλάψει τους άλλους καλλιεργητές που ενδεχόμενα να είχαν σπείρει τα χωράφια τους, έφτανε στο δικό του χωρίς εμπλοκές και αντιδικίες. Όταν όμως ήρθε η μηχανική καλλιέργεια το τρακτέρ με τις διαστάσεις του για να φτάσει στο συγκεκριμένο χωράφι μέσα από άλλες ιδιοκτησίες που ενδεχομένως να ήταν σπαρμένες, έκανε μεγάλες ζημιές και προκύπτανε σοβαρά προβλήματα στον αγροτικό κόσμο με την εμφάνιση του νέου τρόπου καλλιέργειας. Αυτή η κατάσταση κράτησε μέχρι το έτος 1970. Η τότε κυβέρνηση, η στρατιωτική της επταετίας, σε όλο τον κάμπο, έκανε αρδευτικά έργα, αποστραγγιστικά και έργα οδοποιίας και παράλληλα εφάρμοσε το πρόγραμμα του αναδασμού. Βάσει του προγράμματος, τα τοπογραφικά συνεργεία του Υπουργείου Γεωργίας καταμέτρησαν και αποτύπωσαν την υπάρχουσα κτηματολογική κατάσταση του όλου Κάμπου. ΄Ολοι οι κλήροι (αγροτεμάχια) από άποψη γονιμότητας βέβαια δεν ήταν ίδιοι, δεν ήταν της αυτής ποιότητας και συνεπώς αξίας.Επιτροπές κτημάτων με προϊστάμενο τον Δ/ντή Γεωργίας πηγαίνοντας από κλήρο σε κλήρο αποτίμησαν την αξία του κάθε κλήρου και του κτηματία που ο κλήρος κρίθηκε με ομόφωνη απόφαση της επιτροπής χαμηλότερης ποιότητας και συνεπώς αξίας, στο νέο κτηματικό καθεστώς που προέκυψε και υπάρχει σήμερα, έλαβε μικρότερη έκταση αγροτεμαχίου σε τ.μ. αλλά ίσης αξίας όμως, σύμφωνα με την αποτίμηση της επιτροπής ή και αντιστρόφως. Με δαπάνες του Υπουργείου Γεωργίας, έγινε ξεχέρσωση της φυσικής βλάστησης ανά τον κάμπο που σε πολλές περιπτώσεις χώρισε τα χωράφια έχοντας ως σύνορα φράχτες, χαντάκια αλλά και μεμονωμένα δένδρα. ΄Εγινε μετά ριζική ανάπλαση του όλου κάμπου σε τρόπο ώστε να είναι ομαλός, ισοπεδωμένος και επίπεδος από τη μια άκρη του κάμπου μέχρι την άλλη.Σ’ αυτή την επιφάνεια του κάμπου τα τοπογραφικά συνεργεία χάραξαν τους υπάρχοντας δρόμους και τα αποστραγγιστικά αυλάκια όπως είναι σήμερα. Τελικά στο νέο καθεστώς έλαβε ο κάθε ιδιοκτήτης που συνήθως είχε περισσότερα τεμάχια ένα και μοναδικό που ήταν ίσο με το άθροισμα των επιφανειών όλων των αγροτεμαχίων του σε ίση αξία αυτών, μειωμένη κατά το ποσοστών που του αναλογούσε στην επιφάνεια που κατέλαβαν τα τεχνικά έργα, αλλά όμως κανονικού σχήματος που βγάνει σε δρόμο και έχει ανταπόκριση στον αρδευτικό αγωγό. Λεσίνι 12-8-2004 Κωνσταντίνος Γ. ΛαμπόβαςΣυνταξιούχος Εφοριακός
ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑΣ ( 8 & 9 ΟΚΤ. 2005)ΣΤΗΝ ΚΕΑΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΕΙΟΥ ΚΕΑΣ Θέμα Διημερίδας : Βαλανιδιά (δρυς) Η φυσιογνωμία του δέντρου και η προσφορά του στο νησί της ΚέαςΟμιλητής: Τζογάνης Αποστόλης Κύριοι εκπρόσωποι της Πολιτείας,Κύριοι Σύνεδροι,Κύριε Έπαρχε, Είναι ιδιαίτερη τιμή για μένα η συμμετοχή σ’ αυτό το συνέδριο. Θέλω να σας ευχαριστήσω τόσο για την άριστη φιλοξενία που μας προσφέρετε, όσο και γιατί μου δίνετε την ευκαιρία να εκφράσω την εμπειρία μου γύρω από το δένδρο της ήμερης βελανιδιάς και τα δάση που σχηματίζει. Κατ’ αρχήν, θα ήθελα να τονίσω ότι η εισήγηση αυτή είναι αποτέλεσμα της εμπειρίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια σποροφυτεύσεων σε βουνά της Αττικής, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το Σύλλογο Φίλων της Βελανιδιάς & του Περιβάλλοντος το 1999 μέχρι το 2004, σε συνεργασία με σχολεία και άλλους φορείς. Ο Σύλλογός μας ιδρύθηκε στην Αθήνα από ετεροδημότες Ξηρομερίτες (Ακαρνάνες), με σκοπό την προστασία και ανάδειξη του γνωστού πια Βελανιδοδάσους της Μάνινας, του μεγαλύτερου δάσους ήμερης βελανιδιάς στα Βαλκάνια. Το δίλημμα «αναδάσωση με δενδροφύτευση ή σποροφύτευση» τέθηκε ύστερα από πρόταση της κας Θεοδωρίδου - Schwind, μέλους της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσης και του Συλλόγου μας, γνωστής κτηνιάτρου των Αθηνών, συνταξιούχου πλέον, η οποία μας παρότρυνε να κάνουμε σποροφυτεύσεις. Η κα Θεοδωρίδου υποστηρίζει με πάθος την αξία της σποροφύτευσης της ήμερης βελανιδιάς στα βοσκοτόπια, στα δασολίβαδα και στις δασώσεις καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Από τις πρώτες κι όλας σποροφυτεύσεις που οργανώθηκαν παρατηρήσαμε την ενθουσιώδη συμμετοχή των μαθητών και έτσι, η σποροφύτευση καθιερώθηκε ως μια βασική προτεραιότητα του Συλλόγου. Βαλανίδια ή βελανίδια ή βελάνια. Τα δώρα της βελανιδιάς (πέρα από το πολύτιμο ξύλο της) Τα βαλανίδια της ήμερης βελανιδιάς (Quercus ithaburensis ή macrolepis ή aegilops) είναι ένας δασικός σπόρος με τον οποίο τρέφονται τα άγρια και τα ήμερα ζώα του δάσους, αλλά και στον οποίο χρωστάμε την ύπαρξη των δασών της ήμερης βελανιδιάς. Μαζί με την βαλανιδόκουπα ή κακατσίδα, όπως την λέμε εμείς οι Ξηρομερίτες, αποτελούν τον καρπό της βαλανιδιάς. Η βαλανιδόκουπα, όπως θα γνωρίζετε, χρησιμοποιείτο στην βυρσοδεψία, σε μορφή σκόνης ή υγρού, για την δέψη των δερμάτων. Γύρω στο μήνα Οκτώβριο ή λίγο νωρίτερα ωριμάζει ο σπόρος και πέφτει στο έδαφος. Τότε πρέπει να συλλεχθεί αμέσως για να μην φαγωθεί από τα διάφορα ζώα. Η ακριβής διαδικασία διατήρησής του δεν έχει ερευνηθεί πλήρως. Εμπειρικά, ωστόσο, έχει διαπιστωθεί ότι διατηρείται ικανοποιητικά μέσα σε υγρό μίγμα χώματος και άμμου, σε σκιερό μέρος και προφυλαγμένο από τη βροχή, σε μια μέση θερμοκρασία ανάλογα με την εποχή ( 18 βαθμούς τον Οκτώβριο, μειούμενη μέχρι τον Φεβρουάριο σε 10 βαθμούς). Σ’ αυτές τις συνθήκες διατηρούμε τον σπόρο, μέχρι να βρούμε τον κατάλληλο χρόνο, μετά από τις πρώτες καλές βροχές του φθινοπώρου, για να τον φυτεύσουμε. Έχει παρατηρηθεί ότι οι σπόροι μιας ομάδας βελανιδιών, ανάμεσα στις οποίες και η ήμερη βελανιδιά, χρειάζονται δύο χρόνια για να ωριμάσουν. Οι σπόροι αυτοί περνάνε ένα είδος νάρκης, η διάρκεια της οποίας είναι για κάθε είδος βελανιδιάς διαφορετική και εξαρτάται από την υπάρχουσα θερμοκρασία του περιβάλλοντος και την υγρασία. Οι συνθήκες της νάρκης έχουν ερευνηθεί για ορισμένα αμερικάνικα είδη βελανιδιάς, όχι όμως για την ήμερη βελανιδιά. Εμείς παρατηρήσαμε ότι ο χρόνος που χρειάστηκαν τα τα νεαρά δενδρύλλια για να κάνουν την εμφάνισή τους, μετά από τις σποροφυτεύσεις, παρουσίασε μεγάλες αποκλίσεις, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τις τοποθεσίες. Έτσι, σπόροι που φυτεύθηκαν την περίοδο Νοεμβρίου, την μια χρονιά φύτρωσαν τον Ιανουάριο ενώ μια άλλη χρονιά τον Μάιο. Η Κίσσα Η Κίσσα (Garrulus glandarius) είναι ένα πουλί που, όπως θα δούμε παρακάτω, παίζει σημαντικό ρόλο στην αναδάσωση των βελανιδιών. Ο σπόρος της βελανιδιάς είναι βαρύς και δεν μπορεί να μετακινηθεί με τον αέρα, όπως π.χ. μετακινείται ο σπόρος των πεύκων. Από την άλλη, οι βελανιδιές είναι μακρόβιες και φωτόφιλες, επομένως, εάν ο σπόρος παραμείνει κάτω από τη σκιά του «μητρικού» δένδρου, θα αναπτυχθεί με πολύ αργό ρυθμό και το νέο φυτό θα παραμένει μικρό και μαραζωμένο.Τι κάνει λοιπόν η κίσσα; Τρώει τον σπόρο αλλά, ταυτόχρονα, δημιουργεί και πάρα πολλές «αποθήκες» με σπόρους για τους χειμερινούς μήνες. Κάθε φορά παίρνει μια «δόση» βελανιδιών και πετάει μέχρι και 4 χιλιόμετρα μακριά για να βρει ένα μέρος ανοιχτό με μαλακό έδαφος, για να θάψει τα βελανίδια. Προτιμάει να τα πάει σε ανοιχτά μέρη, για να μπορεί να ελέγχει την περιοχή την ώρα που τα θάβει ή όταν τα βγάζει αργότερα και να μην της επιτεθεί καμιά αλεπού ή κάποιο αρπακτικό. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το φθινόπωρο η κίσσα πραγματοποιεί καθημερινά μέχρι και 60 τέτοια «ταξίδια»! Όταν έρθει ο χειμώνας, θυμάται που τα έχει βάλει και τα βρίσκει ακόμα και κάτω από βαθύ χιόνι. Με τον τρόπο αυτό, η κίσσα φτιάχνει άπειρες τέτοιες αποθήκες, περισσσότερες από όσες τελικά χρησιμοποιεί. Το αποτέλεσμα είναι να «ξεφεύγουν» αρκετοί σπόροι οι οποίοι, όντας τοποθετημένοι στα ιδανικά για την ανάπτυξή τους μέρη που τα έχει τοποθετήσει η κίσσα, δηλαδή σε μαλακό χώμα και σε ανοιχτό μη σκιερό μέρος, φυτρώνουν και αναπτύσσονται με ευκολία. Θρεπτική αξία των βαλανιδιών Τα βαλανίδια σε φυσική κατάσταση αποτελούν εύπεπτη τροφή για τα ζώα. Περιέχουν άμυλο σε ποσοστό 80 – 90 τοις εκατό, λίγες πρωτεϊνες και πολλές τανίνες. Η ακριβής διαιτητική αξία των βελανιδιών της ήμερης βελανιδιάς δεν έχει ερευνηθεί ακόμη και στόχος μας είναι να επιτευχθεί η ταυτοποίηση των αμύλων και των αμινοξέων, το δυνατόν γρηγορότερα.Τα βαλανίδια μπορούν επί τόπου να βοσκηθούν από κατσίκες, πρόβατα και αγέλες αβελτίωτων χοίρων. Με το ψήσιμο, ωστόσο, βελτιώνεται η θρεπτική και διαιτητική τους ιδιότητα, αλλά και αφαιρείται ο φλοιός τους, ο οποίος περιέχει τις πολλές τανίνες. Έτσι, συντηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα αποφλοιωμένα βαλανίδια, επίσης, μπορούν να αναμιγνύονται και με άλλες τροφές και να δίνονται σ’ όλα τα ζώα που παχύνονται.Γιατί προτείνουμε σποροφύτευση βαλανιδιάς Η κλασσική δασοπονική επιστήμη έχει αναπτύξει μεθόδους αναδασώσεων ή δασώσεων γαιών μόνο με δενδροφυτεύσεις και όχι με σποροφυτεύσεις. Έδινε και δίνει ακόμη έμφαση στην παραγωγή ξύλου από τα δάση, χωρίς να αξιολογεί και να προβάλλει ανάλογα τις άλλες περιβαλλοντικές αξίες του δάσους, για παράδειγμα την συμβολή των δασών στην μείωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, την εξομάλυνση ακραίων καιρικών φαινομένων, την προστασία του εδάφους από την διάβρωση, την ενίσχυση του υδροφόρου ορίζοντα κ.λ.π Η ήμερη βελανιδιά που ευδοκιμεί σε ημιορεινές και πεδινές εκτάσεις και η οποία κατά κανόνα σχηματίζει αραιά δάση έχει μικρή παραγωγή ξύλου ανά στρέμμα σε σχέση με άλλα δάση και για αυτό το λόγο πλήρωσε ακριβά αυτή την πολιτική. Επίσης, ευρισκόμενη κατά κανόνα κοντά σε κατοικημένους τόπους, εκχερσώθηκε και υλοτομήθηκε συστηματικά, για να αυξηθεί η καλλιεργήσιμη γη, ειδικότερα από τότε που σταμάτησε η συλλογή του βελανιδιού. Σήμερα, η τάση αυτής της πολιτικής αρχίζει να αντιστρέφεται και μας δίνεται η δυνατότητα να αναπτύξουμε στα δάση ποικιλία δασοπονικών, γεωργοκτηνοτροφικών και τουριστικών δραστηριοτήτων. Μπορούμε για παράδειγμα να έχουμε καλλιεργήσιμη γη σε συνδυασμό με δένδρα και μάλιστα επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ήμερη βελανιδιά σε όλους αυτούς τους τομείς μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. Σημαντική είναι επίσης η συμβολή της στην ανάπτυξη του τουρισμού της υπαίθρου, καθώς σχηματίζει δάση βατά για τον άνθρωπο, ο οποίος ανέκαθεν ζούσε μέσα σ’αυτά τα δάση, λόγω της κτηνοτροφίας, της συλλογής βελανιδιού και του ξύλου. Η ζωή αυτή άφησε πίσω της σημάδια με μεγάλη πολιτιστική και ιστορική αξία (εξωκκλήσια, αλώνια, πέτρινες ποτίστρες ζώων, πηγάδια, μονοπάτια κ.λ.π. ). Το ίδιο το δένδρο, επίσης, μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην προσέλκυση ακόμη και ξένων επισκεπτών, αφού πρόκειται για είδος βελανιδιάς που συναντάται στην Ευρώπη μόνο στην Ελλάδα και στην Νότια Αλβανία. Καθώς είναι μεγαλοπρεπές δένδρο με μεγάλη μυθολογική και ιστορική αξία, πολλοί λογοτέχνες έχουν αναφερθεί σ’αυτό, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Δροσίνης κ.αλ. Να τι γράφει ο Θεοφάνης Μέντζος σε μια επίσκεψή του μέσα σε δρυοδάσος στην περιοχή της Βύσσανης Ιωαννίνων (Ηπειρωτική Εστία τ. 62 – Ιούνιος 1957 ) «……Δένδρα προφητικά. Από τες φυλλωσιές τους περνάει του Θεού η πνοή. Νομίζεις ότι ακούεις φωνές υπερφυσικές και παναρμόνιες. Φανερώματα πολυσέβαστα της βουλής του Θεού. Σε συναρπάζει ένας άγνωστος ενθουσιασμός…» Η βελανιδιά σχηματίζει επίσης υποόροφο με ποικιλία θάμνων και ποών, όπως π.χ. είναι το χρυσόξυλο και η παιώνια που συναντάται στα μέρη μας, κάτι το οποίο προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε έναν επισκέπτη που στέκεται με ευαισθησία απέναντι στη φύση. Ένα δάσος στην Ευρώπη όπου έχουμε συνδυασμό τουρισμού και γεωργοκτηνοτροφικών δραστηριοτήτων είναι στην Νότια Ισπανία, το λεγόμενο dehesa. Απο ξενόγλωσσο έντυπο του κέντρου NATUROPA μεταφράζοντας, διαβάζουμε τα εξής, γι’ αυτό το δάσος: «… Εδώ και χιλιάδες χρόνια το δάσος βελανιδιών είναι συνδεδεμένο με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Το δάσος αυτό αποτελείται από ένα είδος βελανιδιάς προσαρμοσμένο σε φτωχά εδάφη με μεγάλες περιόδους ξηρασίας. ( σημ. δική μας: παρόμοιες συνθήκες με τα δικά μας δάση ήμερης βελανιδιάς). Είναι πολύ φωτόφιλη και ενώ φτάνει το ύψος των 20 μέτρων οι ρίζες της κατεβαίνουν μέχρι και 10 μέτρα βάθος. Ένα τέτοιο δάσος υπολογίζεται ενώ είναι αραιό ότι απορροφεί 10.000 τόννους νερό ανά εκτάριο….». Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ποια σημασία έχει αυτό το δεδομένο για περιοχές με λειψυδρία. Κρίνουμε, επομένως, ότι η ήμερη βελανιδιά, λόγω του ότι διαθέτει αρκετά πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλα δένδρα, όπως είναι η αντοχή της σε πυρκαγιές και θύελλες, ο σχηματισμός δασολίβαδων υψηλής βιοποικιλότητας, η υψηλή καρποφορία της, η τεράστια συγκριτικά συμβολή της στην ενίσχυση του υδροφόρου ορίζοντα κ.λ.π, πρέπει να μελετηθεί, να προστατευθεί και να αναπαραχθεί σε περιοχές όπου κατά το παρελθόν σχημάτιζε εκτεταμένα δάση, όπως εδώ στο νησί αλλά και σε άλλα ελληνικά νησιά, τα οποία διακρίνονται για την έλλειψη δασών. Κατά τη γνώμη μας ο καλύτερος τρόπος αναπαραγωγής της είναι η σποροφύτευση, σε συνδυασμό με δενδροφύτευση, όπου χρειάζεται, απαραίτητα όμως με πολύ νεαρά δενδρύλλια (7 – 10 μηνών). Ως σύλλογος στο παρελθόν, σε συνεργασία με σχολεία και άλλους φορείς, σποροφυτεύσαμε ήμερη βελανιδιά στα βουνά της Αττικής : Πεντέλη, Υμηττό, και Πάρνηθα. Πρόσφατα, επισκεφθήκαμε αυτούς τους χώρους και η εικόνα που αντικρίσαμε ήταν πολύ ενθαρρυντική. Διαπιστώσαμε ότι στα 100 βελανίδια που σποροφυτεύσαμε βλάστησαν τα δέκα δηλ. είχαμε μια επιτυχία δέκα τοις εκατό, η οποία θεωρείται πολύ ικανοποιητική. Και το να σποροφυτεύσεις εκατό βελανίδια είναι μια εύκολη υπόθεση, όταν πραγματοποιείς τη διαδικασία αυτή με μαθητές σχολείων. Ο σπόρος είχε συλλεχθεί τέλος Οκτωβρίου και οι σποροφυτεύσεις έγιναν τον μήνα Νοέμβριο, μετά από βροχή. Το μόνο εργαλείο που χρησιμοποιήσαμε ήταν το ξύλινο σουβλί. Με το εργαλείο αυτό ανοίγαμε τρύπες 15 εκατ. περίπου γεμίζαμε με λίγο χώμα και βάζαμε το βελανίδι σε βάθος 2 έως 3 εκατ. Στη συνέχεια συμπληρώναμε με λίγο ακόμη χώμα το οποίο συμπιέζαμε ελαφρά. Μελετώντας την ιστοσελίδα του κρατικού Πανεπιστημίου της Οκλαχόμα (www.osuextra.com , έντυπο : F – 5031) είδαμε ότι προτείνουν την σποροφύτευση της βελανιδιάς, ως μια εύκολη και σίγουρη μέθοδο αναδάσωσης μιας περιοχής και με ασήμαντο κόστος. Η μέθοδος σποροφύτευσης μπορεί να μελετηθεί και να βελτιωθεί, όπως παρατηρήσαμε στην ιστοσελίδα, χρησιμοποιώντας καλύτερα εργαλεία, συλλέγοντας και διατηρώντας τον σπόρο σε καλύτερες συνθήκες και εποπτεύοντας την εξέλιξη του δενδρυλλίου μέχρι να αναπτυχθεί. Προτείνουμε την σποροφύτευση της ήμερης βελανιδιάς, όπως προαναφέραμε, ειδικά για τον εμπλουτισμό των δασολίβαδων, των βοσκοτόπων και για τις δασώσεις των καλλιεργήσιμων γαιών. Έχοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες της και τα προτερήματά της σπέρνουμε μόνο οκτώ σημεία ανά στρέμμα, γιατί όπως γνωρίζουμε είναι δένδρο εξαιρετικά φωτόφιλο. Σπέρνουμε 5 – 6 βαλανίδια σε κάθε σημείο, το οποίο σημαίνουμε με μια σιδερένια ράβδο και στη συνέχεια το περιφράσσουμε. Το σημαντικό πλεονέκτημα της περίφραξης του κάθε σημείου είναι ότι όλη η υπόλοιπη έκταση παραμένει εκμεταλεύσιμη, όπως και πριν, και έτσι οι κτηνοτρόφοι αποδέχονται καλύτερα την νέα κατάσταση. Στην περίπτωση των δασώσεων γαιών προτείνουμε στον υπόλοιπο χώρο την σπορά κριθαριού, βίκου κ.λ.π. με βιολογικούς όρους και, κατά προτίμηση, με τοπικές ποικιλίες, με σκοπό να βοσκηθούν. Όπου έχουμε αποτυχία, μπορούμε να μεταφυτεύουμε δενδρύλλιο(7-10 μηνών) για να μην χάσουμε χρονιά, εφ ’όσον έχουμε εξασφαλίσει το πότισμα, τουλάχιστον για ένα χρόνο. Οι μεταφυτεύσεις καλόν είναι να γίνονται με δενδρύλλια που έχουν αναπτυχθεί σε χάρτινες βιοδιασπώμενες συσκευασίες. Χρησιμοποιώντας τέτοιες συσκευασίες δεν καταστρέφουμε τα τριχοειδή ριζίδια των δενδρυλλίων, γιατί δεν θα χρειάζεται να τις αφαιρούμε κατά την φύτευση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η μεταφύτευση γίνεται απο άτομα μη εξειδικευμένα, όπως είναι οι μαθητές, οι εθελοντές κ.λ.π. Όταν αναπτυχθεί το δενδρύλλιο, το κλαδεύουμε για να το βοηθήσουμε να ανορθωθεί πιο γρήγορα. Με λεπτό ψαλίδι κόβουμε τις τυχόν υπάρχουσες παραφυάδες και τα κάτω πλαϊνά βλαστάρια σύρριζα στον κορμό. Εάν υπάρχουν στον κορμό κάποια «μάτια», κάτω από τον τελευταίο πλαϊνό βλαστό που αφήσαμε, τα αφαιρούμε με τα δάχτυλα . Η εργασία αυτή μπορεί να γίνει εύκολα ακόμα και από ένα παιδί, με κατάλληλη βέβαια καθοδήγηση. Μέσα από την σποροφύτευση και την φροντίδα του δενδρυλλίου το παιδί συνδέεται με το δένδρο, βιώνει πραγματικά την διαδικασία και ευαισθητοποιείται στα περιβαλλοντικά ζητήματα. Και για αυτή και μόνο την ευαισθητοποίηση, ανεξάρτητα από τα αναμφισβήτητα μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα που θα έχουμε για τη φύση, κρίνεται αναγκαία η άμεση καθιέρωση της σποροφύτευσης ως μεθόδου αναδάσωσης. Η ήμερη βελανιδιά προτείνεται, επίσης, για την αναδάσωση περιαστικών καμμένων εκτάσεων, στις οποίες είναι αναγκαίο να περιοριστεί η κοινή πεύκη (Pinus halepensis), λόγω της μεγάλης ευφλεκτικότητάς της. Πλεονεκτήματα της σποροφύτευσης σε σχέση με την δενδροφύτευση Είναι γνωστό σε όλους πως, όταν ένα δάσος καίγεται, η φύση το αναδασώνει μετά από μερικά χρόνια, εκτός αν το έδαφος είναι επικλινές και το χώμα με τη βροχή χαθεί ή επέμβουν οικοπεδοφάγοι και ζώα και συνεχίσουν τη καταστροφή της φωτιάς. Η φυσική αναδάσωση επιτυγχάνεται με τους σπόρους που απέμειναν, όπως επίσης και με αυτούς που φέρνει ο αέρας, το νερό και τα διάφορα ζώα από άλλα μέρη. Σε περιπτώσεις που η φυσική αναγέννηση ενός καμένου δάσους δεν είναι δυνατή ή σε περιπτώσεις που θέλουμε να δασώσουμε γυμνές εκτάσεις, οι τρόποι είναι δύο: η δενδροφύτευση και η σποροφύτευση. Παρακάτω παρουσιάζονται τα πλεονεκτήματα της σποροφύτευσης σε σχέση με τη δενδροφύτευση. Σποροφύτευση• Κόστος σπόρου φθηνό, έως μηδενικό, αν πάρουμε τους σπόρους από διπλανά πουρνάρια, χαρουπιές, βελανιδιές κλπ. • Δεν σκάβουμε το χώμα, άρα δεν ενισχύουμε τη διάβρωσή του από τη βροχή και τον άνεμο και δεν καταστρέφουμε την φυσική τυχόν αναγέννηση• Καλή ανάπτυξη φυτών, προσαρμοσμένων στις οικολογικές συνθήκες της περιοχής• Ελάχιστη έως καθόλου υποστήριξη• Εργατικά πολύ λίγα και εργαλεία μικρού κόστους• Σπόροι που συλλέγονται από παρακείμενες περιοχές ή παρόμοια οικοσυστήματα αποκαθιστούν πλήρως το κατεστραμμένο οικοσύστημα• Η μικρή παρέμβαση επιτρέπει την παράλληλη εξέλιξη της φυσικής αναβλάστησης Δενδροφύτευση• Σκάβουμε το χώμα με συνέπεια να συντελούμε στην περαιτέρω διάβρωσή του, ειδικά όταν πρόκειται για επικλινή εδάφη, καταστρέφοντας συχνά την όποια φυσική αναγέννηση.• Μεγάλο ποσοστό δένδρων αποτυγχάνει, λόγω κακής ή όψιμης φύτευσης.• Τα δενδρύλλια θέλουν μεταφυτευτική υποστήριξη (ποτίσματα για τρία χρόνια και κλάδεμα για ανάπτυξη). Επίσης, κατά τη φύτευση απαιτούνται πολλά εργατικά για άνοιγμα λάκκων και ειδικά εργαλεία.• Η αποκλειστική φύτευση με ένα είδος (π.χ. Πεύκη η χαλέπειος) δεν είναι το ιδανικό υποκατάστατο για όλα τα υπάρχοντα οικοσυστήματα – φυτοκοινωνίες.• Τα δενδρύλλια που φυτεύονται υφίστανται το λεγόμενο «στρές της μεταφύτευσης», με συνέπεια την καθυστέρηση της ανάπτυξής τους, κάτι που τελικά τα εμποδίζει να αναπτυχθούν γρηγορότερα σε σχέση με τους σπόρους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη γειτονική Τουρκία, ανατολικά της Σμύρνης στην περιοχή της πόλης Σαλιχλί και ευρύτερα, παρατηρήσαμε στο διαδίκτυο (www.artukimya.com ) ότι υπάρχει μεγάλη δραστηριότητα γύρω από την ήμερη βελανιδιά, η οποία είναι εξαπλωμένη σε τετραπλάσια έκταση, σε σύγκριση με τις εκτάσεις που καταλαμβάνει στη χώρα μας. Διαπιστώθηκε, μετά από μικρή έρευνα, ότι οι Τούρκοι ακολουθούν μια σταθερή πολιτική στην παραγωγή των δεψικών εκχυλισμάτων, δεν διέκοψαν την συλλογή του βελανιδιού σε καμιά χρονική περίοδο και ότι το εκχύλισμα αυτού και τα «βαλανιδερά» δέρματά τους κυκλοφορούν ευρέως στην παγκόσμια αγορά. Δεν γνωρίζουμε όμως τις μεθόδους που ακολουθούν στις αναδασώσεις. Εμείς, για να προωθήσουμε την προστασία της ήμερης βελανιδιάς και των δασών που σχηματίζει, μάλλον πρέπει να συνειδητοποιήσουμε προπάντων τις άλλες αξίες της που επανειλημμένα έχουμε αναφέρει, όπως την τεράστια συμβολή της στην αποτροπή της ερημοποίησης μιας περιοχής, την ανάπτυξη του οικολογικού τουρισμού, την ιδιαίτερη αξία που έχουν τα δασολίβαδά της στην προώθηση της βιολογικής κτηνοτροφίας και στην διατήρηση των παραδοσιακών φυλών ζώων κ.λ.π.. Επίσης πρέπει να διερευνήσουμε την εναλλακτική αξιοποίηση του βελανιδιού, και πέρα από τη βυρσοδεψία. Έτσι, αποκτώντας εισόδημα από τη βελανιδιά, οι παραδασόβιοι κάτοικοι θα επανασυνδεθούν μαζί της και θα την προστατέψουν. Τελειώνοντας ήθελα να προτείνω στα Υπουργεία Παιδείας και Αγροτικής Ανάπτυξης, να καθιερωθεί εβδομάδα σποροφυτεύσεων για τα σχολεία: Το μήνα Νοέμβριο, που γίνονται συνήθως οι σποροφυτεύσεις, να δίνεται η ευκαιρία στην τοπική κοινωνία, όλοι μαζί, Σχολεία, Δήμοι, Εθελοντές κ.τ.λ. να ασχολούνται με το δάσος και την περιβαλλοντική ενημέρωση. Βέβαια, με μέριμνα αυτών των Υπουργείων, θα πρέπει να δεσμεύονται εκτάσεις από την προηγούμενη χρονιά, να προγραμματίζονται τα σχολεία που θα παίρνουν μέρος, να δεσμεύονται τα λίγα κονδύλια που χρειάζονται για τα υλικά των περιφράξεων, τις μεταφορές κ.λ.π. και να πραγματοποιούνται σποροφυτεύσεις και μεταφυτεύσεις, πάντα με την εποπτεία της Δασικής Υπηρεσίας. Σας ευχαριστώ Κατάλογος φορέων που συμμετείχαν στις σποροφυτεύσεις της περιόδου 1999 – 2004 Athener Schule / Δημοτικό σχολείοΔημ. Βερνάρδου 9 – ΤΚ. 11535, Βριλήσσια Τηλ 210-6820566 – 2106844063,Κα Baum και η Κα Τζαναβάρα Heike μαζί με το Δημοτικό σχολείο της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, Χωματιανού & Ζηρίδου ΤΚ. 15123 Αμαρούσιο – Τηλ 210 6199261 Πεντέλη (1999-2003) Περιβαλλοντική Ομάδα British Embassy School – Saint Catherine’s (Βρετανική Σχολή Αγ. Αικατερίνης)Σ. Βενιζέλου 73, ΤΚ. 14123, ΛυκόβρυσηΤηλ 210-2829750 Κα Ζούλια ΠαυλίναΔασαρχείο ΠάρνηθαςΚος ΔούβρηςΚρυονέρι (2001) Εκπαιδευτήρια Αντωνοπούλου «Εκπαιδευτική Αναγέννηση» / Δημοτικό-Γυμνάσιο Χρυσανθέμων 11, 190-14 ΑφίδνεςΠεριβαλλοντικός Όμιλος Δημοτικού και Γυμνασίου Τηλ 22950 29 840, Κα Ελένη Μαντά και ηΚα Ίρις Θεοδωρίδου – SchwindΠάρνηθα (2004) Ομάδα Γερμανίδων ΦυσιολατρώνΤηλ 210 69 10 343, Κα Ellen Karras και ηΚα Ίρις Θεοδωρίδου – SchwindΠάρνηθα (2004) ΕΔΑΣΑ (Εθελοντές Δασοπροστασίας Αττικής) Αγ. Κωνσταντίνου 12, Τ.Κ. 10431, Αθήναe-mail: edasa@otenet.gr Τηλ. 210 52 00 680 – FAX: 210 5236760 Κα Παρασκευή ΔήμουΔασαρχείο ΠάρνηθαςΚος ΔούβρηςΚρυονέρι (2003) 1o ΣEK (6o TEE Αμπελοκήπων) Κοι Νίκος Παπανδρέου και Γεράσιμος Στρατούλης Κα Ζαχαράκη Δήμος ΗλιούποληςΥμηττός (2002-2003) 3ο Ενιαίο Λύκειο Ν.Φιλαδέλφειας (Περιβαλλοντική Ομάδα Λυκείου)Κοι Κώστας Ταλιαδούρος και Γεράσιμος ΣτρατούληςΔήμος ΗλιούποληςΥμηττός (2001) 1ο ΣΕΚ (6ο ΤΕΕ Αμπελοκήπων)Κοι Νίκος Παπανδρέου και Γεράσιμος ΣτρατούληςΚα. Ζαχαράκη Ήπειρος (Δήμος Μολοσσών Δημοτικό Διαμέρισμα Γρανιτσοπούλας – 2002) 2ο Λύκειο Ν. Φιλαδέλφειας (Περιβαλλοντική Ομάδα Λυκείου) Κοι Βασίλης Τριχιάς και Κώστας Ταλιαδούρος μαζί με τον Σύλλογο Φίλων της Βελανιδιάς & του Περιβάλλοντος Βιργινίας Μπενάκη 19-21ΤΚ: 10436, ΑθήναΤηλ -FAX: 210-5230359e-mail: periodikovelanidia@yahoo.grΚοι Αποστόλης Τζογάνης και Κώστας ΚώσταςΒελανιδοδάσος Ξηρομέρου (2003) Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Ν. Φιλαδέλφειας (Περιβαλλοντική Ομάδα Λυκείου)Κοι Κώστας Ταλιαδούρος και Γεράσιμος Στρατούλης, μαζί με τον Σύλλογο Φίλων της Βελανιδιάς & του Περιβάλλοντος Βιργινίας Μπενάκη 19-21, ΤΚ: 10436, ΑθήναΤηλ – FAX: 210-5230359e-mail: periodikovelanidia@yahoo.gr Κοι Αποστόλης Τζογάνης και Κώστας Κώσταςκαι το Δασαρχείο ΑγρινίουΚα Παναγιώτα Λάμπου Βελανιδοδάσος Ξηρομέρου (2000) Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση (ΔΗΠΕ) /Τομέας ΠεριβάλλοντοςΚος Εμμανουήλ Θεοδωρίδης, μαζί με τον Σύλλογο Φίλων της Βελανιδιάς & του ΠεριβάλλοντοςΚοι Αποστόλης Τζογάνης και Γεράσιμος Στρατούλης Πεντέλη (2003) Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση (ΔΗΠΕ)/Τομέας ΠεριβάλλοντοςΚος Εμμανουήλ Θεοδωρίδης, μαζί με τον Σύλλογο Φίλων της Βελανιδιάς & του Περιβάλλοντος Κος Γεράσιμος Στρατούλης Βιργινίας Μπενάκη 19-21, ΤΚ: 10436, ΑθήναΤηλ-FAX: 210-5230359e-mail: periodikovelanidia@yahoo.gr και τονκαι τον Κυνηγετικό Σύλλογο ΛαυρίουΠεριοχή Λαυρίου (1999) Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Ν. Φιλαδέλφειας (Περιβαλλοντική Ομάδα Λυκείου)Κοι Κώστας Ταλιαδούρος και Γεράσιμος Στρατούλης μαζί με το 2ο Γυμνάσιο ΚηφισιάςΚα Μαρίνα Μακρίδου – Μαλούχου .Παρευρέθηκαν εκπρόσωποι από τον Δήμο Κηφισιάς, το Δασαρχείο Πεντέλης και η Κα Μαργαριτούλη απο τον Σύλλογο «Φίλοι του Μουσείου Γουλανδρή», ΚηφισιάΤηλ. 210 80 83 289, 210 80 15 870Κοκκινάρι Πεντέλης (1999) Γερμανική σχολή Αθηνών/Γυμνάσιο (Περιβαλλοντική Ομάδα)Χωματιανού & Ζηρίδου ΤΚ. 15123 Αμαρούσιο -Τηλ: 2106199261 Κα ΚόγιαληΉταν παρόντες επίσης οι Κοι Στέφανος Λέπουρας έπαρχος της νήσου Κέας (Συγγραφέας του διηγήματος ‘’Χαμάδα’’)και Γιώργος Σφήκας εκπρόσωπος της Ε.Ε.Π.Φ.Αφίδνες (1999) Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση (ΔΗΠΕ)/Τομέας Περιβάλλοντος Κος Εμμανουήλ Θεοδωρίδης (Εισηγητής)25 Νοεμβρίου 2001Διάλεξη με θέμα: «Σποροφύτευση βελανιδιάς στην Αττική – εφικτή λύση», στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ν. Ερυθραίας (Κα Κακαβούλη)Τηλ 210 62 06 190 Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση (ΔΗΠΕ)/ Τομέας ΠεριβάλλοντοςΚος Εμμανουήλ Θεοδωρίδης (Εισηγητής)Διάλεξη με θέμα: «Σποροφύτευση Βελανιδιάς είναι πολιτική για την προστασία του περιβάλλοντος – εφικτή λύσις» στην ημερίδα που οργάνωσε η Πανεπιστημιακή Σχολή του Αγρινίου (Τμήμα Διαχείρισης Φυσικών Πόρων) με τον Σύλλογο Φίλων της Βελανιδιάς & του Περιβάλλοντος, στο χωριό Σκουρτού Αιτωλοακαρνανίας, το έτος 2003.
ΔΑΣΟΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ
Αιτωλοακαρνανία – Δυτική Ελλάδα Βασιλική Βλάμη, Σταμάτης Ζώγκαρης και καθηγητής Παναγιώτης Δ. Δημόπουλος Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Τμήμα Περιβάλλοντος και διαχείρισης φυσικών ΠόρωνΥπουργείο Περιβάλλοντος – Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων
Η βαλανιδιά (Quercus ithaburensis subsp. Macrolepis) είναι ένα σπουδαίο στοιχείο στην πολιτιστική εικόνα της Ελλάδας.Φυσικά δάση βαλανιδιάς είναι απο τα πλέον χαρακτηριστικά και πλέον ευπαθή κέντρα ζωής στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό το μικρό βιβλίο κάνει μια εισαγωγή στο δάσος βαλανιδιάς του Ξηρομέρου, το μεγαλύτερο δάσος βαλανιδιάς στην Ελλάδα. Το δάσοςβαλανιδιάς Ξηρομέρου βρίσκεται στους νότιους λόφους των Ακαρνανικών ορέων της Δ.Ελλάδας, περίπου 30 χιλιόμετρα Β.Δ του Μεσολογγίου (Νομαρχία Αιτωλοακαρνανίας). Η περιοχή είναι τοποθετημένη μεταξύ της λίμνης Οζερού, του ποταμού Αχελώου και των ακτών του Ιονίου, κοντά στον Αστακό. Ο πυρήνας της περιοχής του δάσους είναι μια γραμμή απο λόφους άμεσα δυτικά και νότια της λίμνης Οζερού και λέγεται λόφοι Λιγοβίτσι – Μάνινα, οι οποίοι καλύπτουν 6000 εκτάρια.Το πυκνό και πανάρχαιο δάσος της βαλανιδιάς δημιουργεί μια τοποθεσία που κυριαρχείται απο την βαλανιδιά, σε μια μοναδική μορφή στην Ελλάδα. Ανοικτές ομάδες απο δασολίβαδα της βαλανιδιάς επίσης καλύπτουν μεγάλη περιοχή στους λόφους. Το δάσος βαλανιδιάς Ξηρομέρου επίσης περιλαμβάνει μια μεγάλη ευρύτερη περιοχή, πέρα απο την περιοχή Λιγοβίτσι – Μάνινα, που καλύπτει περίπου 10000 εκτάρια. Μέσα στην ευρύτερη αυτή περιοχή λόφων το δάσος βαλανιδιάς επίσης κυριαρχεί σαν στοιχείο χώρου αλλά προσφέρει όμως και μια ποικιλία κατοικίας στους ξηρούς αυτούς ασβεστολιθικούς λόφους, στα φρύγανα και στη μακία και μια απομονωμένη περιοχή απο μεμονωμένες ομάδες της βελανιδιάς(Ouercus pubescens) και περιλαμβάνει επίσης μια μικρή περιοχή αγροτικών δραστηριοτήτων.Δέκα μικρά χωριά ευρίσκονται στην περιοχή του δάσους. Στο παρελθόν η οικονομία των χωριών συμπληρώνωνταν με την συλλογή του βελανιδιού, σαν υλικό εξαγωγής για την ταννίνη, η οποία κάποτε στήριζε την Μεσογειακή βιομηχανία βαφών και κατασκευής δερμάτων. Απο το 1970 η φυσική ταννίνη έχει αντικατασταθεί σχεδόν τελείως, απο συνθετικές χημικές ουσίες, ενώ η συλλογή των βελανιδιών έχει σταματήσει και τα χωριά έχουν υποβαθμισθεί.Τα δέντρα δεν βλέπονται πλέον σαν μια πηγή βασικού οικονομικού παράγοντα και είναι εκτεθειμένα σε παράνομη ξύλευση για τις επιχειρήσεις ξυλείας και για θέρμανση.Η παράνομη επίσης ξύλευση είναι δύσκολο να σταματήσει και αυτό έχει δημιουργήσει έντονο τοπικό ενδιαφέρον για την προστσία του υπολειπομένου δάσους. Δυστυχώς αυτό το δάσος είναι μια απο τις ελάχιστα μελετημένες περιοχές της προστασίας της φύσης στην Ελλάδα και είχε εγκαταλειφθεί απο τις πρόσφατες δραστηριότητες προστασίας της περιοχής. Η περιοχή είναι βεβαίως μια απο τις πιο απειλούμενες περιοχές στην Ελλάδα .Επειδή η παράνομη ξύλευση και η χρήση του τόπου για διάφορες άλλες επιχειρήσεις έχουν άμεση αρνητική επίπτωση, η ομάδα ερεύνης απ` το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων έχει αρχίσει μια έρευνα και συγκριτική προσπάθεια, με την υποστήριξη της ομάδας της προστασίας της φύσης της περιοχής, που ονομάζεται «Οι φίλοι της Βελανιδιάς – Αμαδρυάδα» και έχει ενισχυθεί οικονομικά απο το Υπουργείο Περιβάλλοντος – χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Η βασική γραμμή της ποικιλίας των βιοτόπων και της μελέτης τους είναι χαρακτηρισμένη απο τις επόμενες σπουδαίες ποιότητες και αξίες του δάσους. – Η χλωρίδα είναι πλούσια σε είδη. Κοντά στα 256 γηγενή φυτά έχουν καταγραφεί στην περιοχή κατά το διάστημα μιας και μόνης έρευνας της χλωρίδας την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2003. Αυτή η συλλογή περιλαμβάνει μερικά μάλλον σπάνια και ενδιαφέροντα είδη, όπως είναι οι εντυπωσιακές αποικίες της παιώνιας (Paeonia mascula russoi) και μια αξιόλογη ποικιλία απο άγριες ορχιδέες που περιλαμβάνουν την (Ophrys reinholdii) και την ( Ophrys helenae).Άλλα φυτά είναι επίσης διαδεδομένα εκτενώς στην περιοχή και είναι αντικείμενο προστασίας και ενδιαφέροντος και περιλαμβάνουν τον (Dictamus albus) και άλλα ενδιαφέροντα φυτά των βράχων και του πετρώδους εδάφους. – Η δασική περιοχή και η περιοχή τριγύρω απο την περιοχή αυτή έχει ορνιθολογικό ενδιαφέρον επειδή παρουσιάζει 127 είδη πουλιών που έχουν καταγραφεί. Απο αυτά 26 είδη είναι υπο προστασία, με ειδικό προστατευτικό ενδιαφέρον (γραμμένα στον κατάλογο 1, της οδηγίας για τα πουλιά 79/409/EC). Τέσσερα είδη δρυοκολαπτών υπάρχουν στο δάσος και ο δεντροκόπος (Dendrocopos medius) είναι αρκετά άφθονος.Σημαντικά πουλιά που φωληάζουν στην περιοχή είναι ο βραχύποδας αετός (Circaetus gallicus), ο αετός (Pernis apivorus), το μικρότερο γεράκι (Falco naumanni) και μερικά ενδιαφέροντα είδη των Βαλκανίων.Η περιοχή είναι άμεσα συνδεδεμένη με την λίμνη Οζερό, το Δέλτα του Αχελώου και τους υγροτόπους που παρουσιάζουν σημαντική και σπουδαία ορνιθολογική πηγή. - Η ποικιλία των βιοτόπων δημιουργείται απο λειβάδια, μικρής κλίμακας αγροτικής δράσης, βραχώδεις μικροπεριοχές και ποικιλία δασικών ομάδων και βοσκοτόπων. Αυτές οι συνθήκες είναι πολύτιμες για μια ποικιλία μικρού ζωολογικού ενδιαφέροντος, η οποία περιλαμβάνει ορθόπτερα, όπως το έντομο ( Saga sp.) και διάφορες νυχτερινές πεταλούδες όπως η (Saturnia pyri). Μια ποικιλία απο ερπετά περιλαμβάνουν δύο είδη χελώνας, την (Testudo marginata) και (T.hermanni), διάφορα φίδια και ομάδες απο σαύρες που βρίσκονται σε πληθυσμούς αρκετά ενδιαφέροντες.- Άλλα ενδιαφέροντα σημεία της βιοποικιλότητας της περιοχής περιλαμβάνουν ένα μεγάλο αριθμό απο δέντρα μεγάλης ηλικίας και κλειστές ομάδες ώριμων δέντρων με πολύ σάπιο υλικό ξυλείας που είναι ιδεώδες για πολλά ασπόνδυλα είδη που περιλαμβάνουν επίσης μεγάλους κανθάρους του δάσους, λειχήνες και μύκητες. – Θηλαστικά και άλλες μικρές ομάδες ζώων δεν έχουν πλήρως ερευνηθεί στην παρούσα μελέτη.Το Ξηρόμερο επομένως πρέπει ακόμη να θεωρείται ένας άγνωστος τόπος (terra incognita), όσον αφορά τη ζωή των άγριων ειδών. Είναι βέβαιο οτι πολλά σχετικά μεγάλα θηλαστικά δεν υπάρχουν πλέον, όπως το ελάφι(Dama dama), που έχει περιγραφεί απο τον βοτανολόγο του περασμένου αιώνα Heldreich και τον καλλιτέχνη- ερευνητή Leake, τα οποία χάθηκαν οριστικά στο τέλος του 19ου αιώνα. Το τσακάλι (Canis aureus) προφανώς εξαφανίστηκε μάλλον πρόσφατα.- Η περιοχή είναι σημαντικότατη απο πολιτιστικής πλευράς. Η Ακαρνανία είναι διάσπαρτη απο σημαντικά Μυκηναϊκά και Κλασσικά Ελληνικά μέρη. Ερείπια απο πόλεις και τείχη παλιών φρουρίων υπάρχουν κοντά στο δάσος βαλανιδιάς. Υπόλοιπα Βυζαντινών – χριστιανικών μνημείων, μικρές εκκλησίες και άλλα μονοπάτια υπάρχουν στους λόφους. Τα μονοπάτια έχουν χρησιμοποιηθεί απο Βλάχους βοσκούς επι αιώνες. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική των χωριών και ο πολιτισμός ειναι αυθεντικά κληρονομήματα και πηγές για καθαρό τουρισμό. Η συλλογή του βελανιδιού για εξαγωγή είχε γίνει συνήθεια για τους κατοίκους, για πάνω απο 600 χρόνια και ήταν ένας ισχυρός δεσμός των ντόπιων κατοίκων και του μοναδικού δάσους βαλανιδιάς. – Το δάσος βαλανιδιάς δεν περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα Natura 2000. Η ερευνητική ομάδα βρίσκει σ`αυτό τον οδηγό την ευκαιρία να επεκτείνει την ίδρυση της προστατευόμενης περιοχής. Η μελετούμενη προστατευόμενη περιοχή θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια επέκταση της λίμνης Οζερού, που είναι μια περιοχή κοινοτικού ενδιαφέροντος (πρόγραμμα Natura 2000). Βιώσιμος οικοτουρισμός, ώστε να εξελιχθεί, υποβοηθούμενος με την εκδήλωση ενδιαφέροντος, για προστατευτικές δράσεις, όταν η περιοχή περιέλθει κάτω απο νόμιμη προστασία. Προτείνεται περαιτέρω όπως οι τοπικές αρχές συγκεντρώσουν αμέσως την προσοχή τους στο σταμάτημα του προβλήματος του δάσους και της κατασκευής παράνομων δρόμων στο δάσος. Άλλες πηγές πιέσεως απο ανθρώπους περιλαμβάνουν το παράνομο κυνήγι, την υπερβολική βόσκηση και τις δασικές πυρκαγιές. Παρά την προστασία που είναι προβληματική στην περιοχή δεν είναι πλέον τόσο αργά για να σωθεί ολόκληρη η περιοχή του δάσους.Είναι μερικά απο τα καλύτερα παραδείγματα συγκεντρώσεως δασικών περιοχών βαλανιδιάς στην Ελλάδα. Το Τμήμα Περιβάλλοντος και Διαχείρισης Φυσικών Πόρων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έχει έδρα στην κοντινή πόλη, το Αγρίνιο και σχεδιάζει να εξακολουθήσει την έρευνα της βιοποικιλότητας και την εκπαιδευτική εργασία στην περιοχή.
Ο ΒΕΛΑΝΙΔΩΝΑΣ «ΜΑΝΙΝΑΣ» ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ Του Γερ. Παπατρέχα
Η ανατολική βουνοσειρά του Ξηρομέρου που ακολουθεί παράλληλη γραμμή από βόρεια προς νότια, μ΄ αυτή των Ακαρνανικών, αιχμηρή, «ηλίβατη» και με «απορρώγες» σταχτόχρωμους βράχους, κρατά στη ράχη της, μάλλον κρατούσε, το μεγαλύτερο βελανιδόδασος της Βαλκανικής, γνωστό στα παλιά χρόνια, σαν το δάσος του Λυκοδοντιού και της Μάνινας. πάνω από τον Πεταλά, που χωρίζει το Ξηρόμερο από το Βάλτο, μέχρι κάτω χαμηλά στη θάλασσα, στο Πλατυγιάλι, ράχες και διάσελα, λοφοσειρές και κοιλάδες, όλα δασοσκέπαστα, με κυρίαρχες τις υψικάρηνες, αιωνόβιες, ακαρνανικές βελανιδιές. Για πολλούς αιώνες ο καρπός αυτών των ευλογημένων δέντρων, υπήρξε πραγματικά μάνα για τους κάτοικους της καλότυχης, αυτής επαρχίας. Εδώ τρέφονταν και του Οδυσσέα τα μεγάλα κοπάδια από πρόβατα και γουρούνια, σε περιπτώσεις σιτοδείας και δυστυχίας έτρεφε και τους ανθρώπους, για αυτό και «βαλανιφάγοι» προσαγορεύονταν συχνά οι Ακαρνάνες. μα ακόμα και στη σύγχρονη εποχή, τα χειμωνιάτικα βράδια, ποιος Ξηρομερίτης δεν δοκίμασε βελάνια, ψημένα στη χόβολη; Στα χρόνια του ¨21 έβγαιναν οι πεινασμένες φαμελιές απ` το Κάλαμο και έκαναν προμήθειες από αγραπίδια και βελάνια τα άλεθαν στους χερόμυλους και έκαναν χυλό να στομώσουνε την πείνα.Δεν έχουμε πληροφορίες για τα ιστορικά χρόνια της αρχαιότητας και τη βυζαντινή εποχή. Αλλά πως είναι δυνατό να μην εκμεταλεύτηκαν τις μοναδικές βαφικές και δεψικές ιδιότητες των κυπέλλων και τις θρεπτικές των βελανιών; Τα μεγάλα κοπάδια από γιδοπρόβατα, γελάδια και γουρούνια που πάντα βαστούσε το Ξηρόμερο, είχαν εξασφαλισμένη άφθονη τροφή, το φθινόπωρο και το χειμώνα μέσα στους μεγάλους δρυμούς.Η άφθονη δεψική ύλη και το νερό των λιμνών ήταν ο,τι χρειαζόταν για την κατεργασία των δερμάτων από τ` άφθονα σφάγια των κρεατοφάγων Ακαρνάνων.Από τα πρώιμα χρόνια της τουρκοκρατίας αυτός ο απέραντος βελανιδώνας, κηρύχθηκε προνομία της εκάστοτε βασιλομήτορος (βαλιντέ σουλτάνας ) και αυτό είναι απόδειξη του πόσο προσοδοφόρος θεωρούνταν. Και μόνιμος αντιπρόσωπος της βαλιντέ σουλτάνας και υπεύθυνος για τις εκμισθώσεις, ήταν πάντα ο Καπουδάν Πασάς, δηλ. ο αρχιναύαρχος. Δεν έχουμε στοιχεία για το πως και με ποιους όρους γινόταν η εκμίσθωση του βελανιδώνα αλλά, οπωσδήποτε, ο μισθωτής είχε μεγάλα κέρδη. Ο άπληστος Αλή-Πασάς, μόνο μετά τη σφαγή των Γάλλων στη Πρέβεζα αξιώθηκε να του εκμισθώσουν το δάσος.Στα χρόνια του Όθωνα χωρίστηκε το δάσος σε «τεμάχια», κάθε χωριό πήρε το μερίδιό του και απόχτησαν έτσι οι κάτοικοι το δικαίωμα της νομής. Οι Γκαρακούνηδες δεν είχαν ακόμα εγκατασταθεί μόνιμα, με κατοικίες και δική τους γη και για αυτό δεν επήραν μερίδια. Άλλωστε είχαν και το Γρίβα φανατικό πολέμιο. Στα 1868 με τη γέννηση του Κωνσταντίνου, οι ηρακλείς του στέμματος έρριξαν την ιδέα να δοθεί το δάσος στο διάδοχο, όπως η Μανωλάδα της Αχαΐας. Απειλήθηκαν ταραχές και αιματοχυσίες και στη ματαίωση των σχεδίων πρωτοστάτησε ο Δημητράκης Γρίβας. Κάθε χρονιά με καλή σοδειά στα μέσα Ιουλίου, έπιαναν το πόστο τους οι δραγάτες, αρειμάνιοι φουστανελοφόροι ή ντουλαμοφόροι μα το σασεπώ ή το γκρα στον ώμο και μπόλικα φυσέκια, φύλαγαν τα πιο επίκαιρα σημεία της Μάνινας και ειδικότερα κοντά στα Γκαρακουνοχώρια. Οι Γκαρακούνηδες μην έχοντας μερίδια στον βελανιδώνα προσπαθούσαν να μαζέψουν τη «χαμάδα» πριν από την εποχή συγκομιδής και αργότερα, το φθινόπωρο τη «χάχλα».Οι ξυλοδαρμοί ήταν κάτι το συνηθισμένο αυτήν την εποχή αλλά και τα φονικά ακόμα. Κοντά στο τέλος Αυγούστου ή «περνώντας της Παναγίας» με το παλιό ημερολόγιο, κινούσαν τα καραβάνια από τα πιο απομακρυσμένα χωριά της επαρχίας , με προορισμό τη Μάνινα. Τα χωριά άδειαζαν, σχεδόν και μόνο γερόντοι ανήμποροι και δραγάτες έμεναν πίσω. Αυτά τα καραβάνια , ύστερα από μιας ή και δυο μερών περπάτημα, έφταναν κάποτε στα «τεμάχια» και έστηναν ορδιά. Μια επιτροπή χώριζε το τεμάχιο σε κλήρους και από την άλλη μέρα με το χάραμα , άρχιζε το τίναγμα και το μάζεμα. Ίσως δεν υπήρξε πιο σκληρή δουλειά και σ΄ αυτή ταιριάζει η έκφραση «με ιδρώτα και αίμα»! Ένα τοπίο κατάξερο, αυχμηρό, το λιοπύρι να βράζει και ο ίσκιος της βελανιδιάς να φέρνει, πολύ συχνά, ανυπόφορη φαγούρα στο κορμί. Αληθινά, αυτό το δέντρο, παρόλη του τη μεγαλοπρέπεια, έχει το χειρότερο ίσκιο. Ιδρώνεις περισσότερο απ΄ όσο αν ήσουνα «καταηλιού» και παθαίνεις και αναφυλαξία που τη λέμε ίλλιγγα. Και τι να πει κανείς για τα φοβερά και δύσοσμα μυρμήγκια, τα «ζιγγόνια» που κολλούσαν κατά χιλιάδες στον κακότυχο τιναχτή. Αυτός πια έπρεπε να ΄χει και κουράγιο και ικανότητες ακροβάτη γιατί ανεβασμένος είκοσι και τριάντα μέτρα ψηλά, κρεμούσε τη ζωή του σε μια κλωστή. Έπρεπε να βγαίνει στα πιο επικίνδυνα κλωνάρια και όρθιος, στηριγμένος μόνο στα πόδια του, να χτυπά το «λούρο» με δύναμη και με τα δυο του χέρια, για να πέσουν τα βελανίδια, οι «κακατσίδες». Ένα μικρό παραπάτημα, λίγο χάσιμο της ισορροπίας και τον μάζευαν με τα κουτάλια, που λέει ο λόγος γιατί κάτω τον περίμεναν οι μυτερές βραχόπετρες και οι γκρεμίλα. Κάθε χρόνο, κάποιον θα κουβαλούσαν στο ξυλοκρέβατο, τσακισμένο ή φορτωμένο στ΄ άλογο και με φούρκα στο λαιμό, για να τον θάψουν στο μακρινό χωριό του. Και τι να πω για τον παιδεμό του νερού! Ώρες ολόκληρες να πάνε στο ποτάμι, να ποτίσουν τα άλογα και να γεμίσουν τα ασκιά.Ξεθεωμένοι απ΄ την κούραση, πνιγμένοι στον ιδρώτα, δειπνούσαν και έπεφταν σαν πεθαμένοι, στο σκληρό στρώμα τους• τώρα με τι δειπνούσαν ο θεός να το κάνει δείπνο! Ψωμί από μέρες ζυμωμένο, καρκανιασμένο από τον ήλιο, μουσκεμένο στο νερό και ότι πρόχειρο για προσφάι ή κάτι που μπορούσε να βράσει γρήγορα.Κάπου-κάπου κι ώσπου να βαρύνουν τα βλέφαρα, ξέδωναν και λίγο, φουμάροντας τα τσιμπούκια τους, με μυθολογήματα, παλιές ιστορίες της κλεφτουριάς και της ληστοκρατίας, μουραμπάδες και κανένα τραγούδι, ενώ τα νέα παιδιά έστηναν την τραμπάλα. Δεν έλειπαν και τα αυτοσχέδια μαγαζιά μ΄ ένα μπουκάλι ρακί, ένα κουτί λουκούμια και μια φωτογωνιά να βράζει το καφόμπρικο. Ακόμα δεν έλειπαν και οι γυρολόγοι με τις πραμάτειες, που τις πουλούσαν με είδος. Έφτιαχναν και καλύβες να προστατεύουν το εμπόρευμα και τον καρπό.Για ένα παρακαλούσαν όλοι να μην έρθουν πρώιμες βροχές και πως να προστατέψουν το βελανίδι, αυτό το αίτημα της καρδιάς τους.Μόλις λιάζονταν ο καρπός και τον εσώριαζαν στ΄ αλώνια, έφταναν οι μεσίτες των εμπόρων με τα καντάρια. Τους διάλεγαν οι έμποροι, να ξέρουν πως να κλέβουν στο καντάρι, να το τσακίζουν με κόλπο ώστε να τρώνε αρκετές οκάδες στο κάθε ζύγι. Όποιον πάρει ο χάρος, που λέμε κι`αλίμονο στον απονήρευτο.Εκείνα τα χρόνια που δεν υπήρχαν δρόμοι και οχήματα για βδομάδες πολλές, Πραμανιώτες και Γκαρακούνηδες αγωγιάτες, κουβαλούσαν το βελανίδι της Μάνινας στις αποθήκες Αστακιωτών εμπόρων, στον όρμο του Αγ. Παντελεήμονα ή στον Αστακό. Στις αποθήκες γίνονταν επεξεργασία του βελανιδιού και, προπαντός, συντήρηση ώστε να περάσει την περίοδο της ζύμωσης χωρίς ν΄ ανάψει.Κάθε λίγο, εργάτες με μεγάλα σιδερόφτυαρια, «σκαμπάριζαν» τους σωρούς, δηλ. τους γύριζαν ρίχνοντας το κάτω στρώμα στην κορφή του σωρού, έτσι που να πετυχαίνουν συνεχή αερισμό.Κι` αυτό ώσπου άραζαν τα μεγάλα καΐκια, μπάρκα με δυό και τρία άλμπουρα, από το Θιάκι, τον Κάλαμο, την Καντήλα, τον Αστακό και φόρτωναν για τα μεγάλα βυρσοδεψικά κέντρα της Ελλάδας αλλά και για το Τριέστι κι άλλα μεσογειακά λιμάνια.Και έτσι το βελανίδι έπαιρνε το δρόμο για να γεμίσει τις κάσες των εμπόρων με χρυσάφι. Κάμποσα νεοκλασσικά αρχοντικά, που στέκουν ακόμα, περήφανα κι αγέραστα, στη μικρή πόλη του Αστακού, είναι οι μάρτυρες του πλούτου των εμπόρων εκείνης της εποχής. Ακόμα και Ιταλοί τεχνίτες και διακοσμητές εργάστηκαν σ΄ αυτά. Όσο για τους μαζωχτάδες του βελανιδιού, έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού, στεγνωμένοι από τη στέρηση και την εξαντλητική δουλειά, με λίγες δραχμές στο σελάχι ή στην τσέπη και με μπόλικη ελονοσία από το κοντινό Λεσίνι.Το καζάντι τους θα το ξόδευαν στη μεγάλη εμποροπανήγυρη του Λιγοβιτσιού ή του Καρβασαρά.
Τ Ο Β Ε Λ Α Ν Ι Δ Ι(του Γερ. Ηρ. Παπατρέχα)
«Αύγουστε καλέ μου μήνα νάσουν δυο φορές το χρόνο» Ο Αύγουστος, με το παλιό ημερολόγιο βέβαια, δηλ. το χρονικό διάστημα από 14 Αυγούστου εώς 14 Σεπτεμβρίου σήμερα, ήταν για τα χωριά μας, όπως και για όλα τα χωριά της Ελλάδας, ο καλότυχος μήνας. Η σοδειά για το ψωμί της χρονιάς και την «ταή» των ζωντανών, είχε καλά κυβερνηθεί στ’ αμπάρια, αν βέβαια είχε πάει καλά ο Μάης.Οι μύλοι δούλευαν νυχτοήμερα, τα φουρναριά μοσκοβολούσαν από το νιό ψωμί. Ο νοικοκύρης που εξασφάλιζε το ψωμί του σπιτιού, τη «φαούρα» του, ένοιωθε ευτυχής ωσάν να είχε λύσει όλα του τα προβλήματα. Το ψωμί της φαμέλιας ήταν το σπουδαιότερο, το βασικό, όλα τα άλλα κάπως θα τα βόλευε. Και τα βόλευε καλά και παρακαλά τις χρονιές που «έπιανε» βελανίδι ο μεγάλος βελανιδιώνας, κύριο χαρακτηριστικό της Ξηρομερίτικης ενδοχώρας.Απ’ τη βουνοσειρά του Πεταλά, που αποτελεί και το φυσικό όριο του Ξηρομέρου και Βάλτου, πιο σωστά από τα Σαρδίνινα, μέχρι κάτω χαμηλά στον Τρίκαρδο, κυρίαρχο στοιχείο είναι οι σκληροτράχηλες, αιωνόβιες βελανιδιές. Ήταν κάποτε ο μεγαλύτερος βελανιδιώνας των Βαλκανίων και λέω κάποτε, γιατί στον αιώνα μας δοκιμάστηκε πολύ από την φωτιά και το τσεκούρι.Θαυμάζει κανείς τούτο το δένδρο που ριζώνει, «αξαίνει και πλαταίνει» στις αιχμηρές και «ηλίβατες» βουνοσειρές του τόπου μας και καταφέρνει με την ελάχιστη ικμάδα να στέκεται περήφανο και συχνά πελώριο. Σε πολλά, που έτυχε να ριζώσουν σε «ψαχνό» μόνο το επίθετο γιγαντιαίο ταιριάζει. Είναι πραγματικές βασιλικές δρυς. Ως τις αρχές του αιώνα μας από τη Βελαώρα του Μαχαλά ύψωνε το απίστευτο ανάστημά της η περιβόητη «Κάλπη», οπωσδήποτε η μεγαλύτερη βελανιδιά της Βαλκανικής. Όταν ζήτησα κάποτε από ένα σεβάσμιο γέροντα, να μου περιγράψει εκείνο το γίγαντα, μου απάντησε χαρακτηριστικά: «Ήταν ένα έρπιτου!». Και είναι γνωστό ότι στο Ξηρόμερο με τη λέξη «έρπετο» (και όχι ερπετό), χαρακτηρίζουμε κάτι γιγαντιαίο, τερατώδες. Ήταν τόσο μεγάλη, λοιπόν, εκείνη η βελανιδιά, που της είχαν δώσει και το τόσο περίεργο όνομα «Κάλπη», ώστε όταν έπιανε βελανίδι, κληρωνόταν ως «τεμάχι» σε τέσσερις – πέντε οικογένειες.Θα φανεί απίστευτο κι όμως είναι αληθινό. Οι τιναχτάδες, που περπατούσαν πάνω στα κλωνάρια της, κατέβαζαν με τα λουριά τους εξήντα(!) και συχνά περισσότερα φορτώματα, δηλ. 120 τσουβάλια γεμάτα ως απάνω – απάνω, «σωπανιαστά», που λέμε.Μα κάποτε, όπως συμβαίνει δα μόλα τα ζωντανά της πλάσης, ήρθε η μοιραία στιγμή, ήρθε το τέλος και γι’ αυτή τη βασίλισσα του μεγάλου δάσους. Φορτωμένη, ποιος ξέρει με πόσους αιώνες, ξεριζώθηκε, έπεσε, συντρίφτηκε με μέγα πάταγο και τότε έγινε ότι λέει η αρχαία παροιμία: «Δρυός πεσούσης…». Στην περίπτωση ετούτη, οι Μαχαλιώται εξυλεύθησαν!Τούτος, λοιπόν, ο απέραντος βελανιδιώνας ήταν από τα πανάρχαια χρόνια πόρος ζωής, στήριγμα, πηγή πλούτου θα έλεγα για τους Ακαρνάνες της ενδοχώρας. Ακόμα και του Οδυσσέα τα κοπάδια, «συών συβόσια», «αγέλαι βοών» και «πόεα οιών», εδώ έτρωγαν «βάλανον μετοικέα». Ίσως ήταν προίκα της Πηνελόπης, της κόρης του Ικάριου, αυτό το πλουτοφόρο δάσος. Το δάσος που από πανάρχαιες εποχές εκτός από άφθονη τροφή στα κοπάδια, έδινε πολύτιμη, μοναδική δεψική και βαφική ύλη. Αναμφισβήτητα έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ζωή των Ακαρνάνων και στους αιώνες που ακολούθησαν, δηλ. κατά την ιστορική εποχή και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους. Σε τούτο το δημοσίευμα δεν θα γίνει λόγος για το δρυόδεντρο, τον «δέντρο», εξίσου πολύτιμο όπως η βελανιδιά. Επιφυλάσσεται ο γράφων για ξεχωριστό σημείωμα.Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας αποτέλεσε «προνομία» της βαλιντέ σουλτάνας (βασιλομήτορος) με πληρεξούσιο τον εκάστοτε Καπουδάν Πασά, ποιος ξέρει με πόσα πουγγιά μπαξίσι. Ο ίδιος μεγάλος ιστορικός ερευνητής, αποκαλεί το Ξηρόμερο «καλότυχη επαρχία» για τα προνόμια που είχε λάβει κατά καιρούς.Μετά την απελευθέρωση χαρακτηρίστηκε εθνικό κτήμα και επιζεί ως της μέρες μας η παράδοση ότι χάρη στον αγώνα του Θοδωράκη Γρίβα δόθηκε το δικαίωμα της νομής του βελανιδόκαρπου στα χωριά του Ξηρομέρου και μοιράστηκε το δάσος, ώστε νάχει κάθε χωριό το «τεμάχι του».Όταν γεννήθηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος, στα 1868, η ανακτορική καμαρίλα, οι αιώνιοι γλειψιματίες εισηγήθηκαν να γίνει το δάσος «μαντωλάδα», δηλ. να γίνει βασιλική προνομία, όπως η Μανωλάδα της Ηλείας. Ο ξεσηκωμός των Ξηρομεριτών ματαίωσε τα ανίερα εκείνα σχέδια. Ολόκληρη μονογραφία αξίζει τούτο το εύλογημένο δάσος, έχει μεγαλη ιστορία.Αλλά καιρός για τα λαογραφικά μας. Όπως προανέφερα, οι χρονιές που ο βελανιδιώνας «έπιανε καρπό», ήταν χαράς ευαγγέλια για όλα τα χωριά που είχαν «τεμάχι». Βέβαια προνομιούχα ήταν τα χωριά που έτυχαν κοντά και μέσα ακόμα στο βελανιδιώνα, γιατί εκτός που είχαν πολλές, πάμπολλες, «χωραφίσιες» βελανιδιές, στοιχειωμένα μεγαλόπρεπα δένδρα, που κατέβαζαν και τον πολύ καρπό, μάζευαν και τη «χαμάδα» πολύ πριν αρχίσει η συγκομιδή. Εδώ πρέπει να πούμε ότι υπήρχαν τρεις ποιότητες βελανιδιού, και λέμε υπήρχαν, γιατί τώρα πια αυτό το άλλοτε πολύτιμο προϊόν ανήκει στα αζήτητα.Η πρώτη ποιότητα λοιπόν ήταν η «χαμάδα»,ο άγουρος ακόμα και φυσικά μικρός σε μέγεθος καρπός που έπεφτε από το δέντρο, «αγούρευε» από τα μέσα Ιουλίου. Το ίδιο το δένδρο έκανε το ξεδιάλεμα και κανόνιζε πόσο καρπό θα κρατήσει και πόσο θα απορίψει.Αυτή τη χαμάδα, λιγοστή οπωσδήποτε σε ποσότητα, την αγόραζαν οι έμποροι με καλύτερη τιμή, γι’ αυτό και οι γυναίκες των κοντινών στα βελανιδοτόπια χωριών ξεχύνονταν με τα σακούλια. Με τη χαμάδα μπάλωναν ένα σωρό τρύπες του νοικοκυριού.Το ώριμο βελανίδι ήταν το κύριο προϊόν της συγκομιδής, ήταν το «μάτερο», ήταν αυτό που γέμιζε τις αποθήκες και σε χρονιές μεγάλης «ξυλοκαρπίας», όπως τόσο πετυχημένα λέμε στον τόπο μας, έφτανε και ξεπερνούσε τα πέντε και έξι εκατομμύρια οκάδες, δηλ. 7.500 τόνους περίπου. Κάθε χωριό, λοιπόν, από τις αρχές Αυγούστου φρόντιζε να βάλει δραγάτι στο τεμάχι του, ώστε να φυλαχτεί ακόμα και η χαμάδα. Τα «Καραγκούνικα» χωριά, σχεδόν όλα στην καρδιά του μεγάλου βελανιδιώνα, όχι μόνο δεν είχαν δικαιώματα στη νομή, αλλά ούτε να απλώσουν το χέρι τους κάτω από βελανιδιά. Και τούτο γιατί μέχρι τα μέσα του π.αι. ήταν ακόμα σκηνίτες και τους πολεμούσε κι ο Θοδωράκης Γρίβας.Αρειμάνιοι ντουλαμοφόροι, από κείνους τους χαρακτηριστικούς τύπους του Ξηρομέρου, τους «περισσότερο φίλους της κίνησης παρά της εργασίας», οπλισμένοι με το σασεπώ και αργότερα με το θρυλικό γκρα, φρόντιζαν να κάνουν πολύ αισθητή την παρουσία τους.Κατά τα μέσα του Σεπτέμβρη, όταν πια ο καρπός ήταν ώριμος για συγκομιδή, εγιόμιζαν οι στράτες από τα καραβάνια, πραγματική μετοικεσία, ξεσηκωμός. Καραβάνια από τα Ριζοβούνια (Βούστρι, Αχυρά, Καμποτή) και το δήμο Σολίου (τα χωριά Ζάβιτσα, Μερδενίκου, Βάρνακας, Κανδήλα, Μύτικας) και Κατούνα ως Μαχαλά κινούσαν για τη Μάνινα. Η απόσταση μεγάλη, μια ολόκληρη μέρα στη στράτα και βάλε, από το χάραμα μέχρι το θάμπωμα. Κάθε φαμέλια με τη κουρμπάνια της σε τρόφιμα και τα «σεα» της φορτωμένα στα αλογομούλαρα και τα γαϊδούρια. Ψωμί για μέρες, όσπρια, τραχανά, το λαδάκι το βλογημένο αλλά και το ξύδι για τη ζούπα. Τα εφόδια συμπληρώνονταν με τα «λούρια», που χωρίς αυτά δε ξεκινούσε κανείς. Πώς θα μπορούσε αλλιώς να τινάξει τον καρπό; Γι’ αυτό και φρόντιζαν μέρες πριν, πάντα παρέες, να μπουν σε παλουριώνες και να κόψουν τα λούρια. Ξάνοιγαν τον τόπο με τα φαλκίδια και διάλεγαν τα πιο ψηλά και πιο εύρωστα, τα καθάριζαν και στη συνέχεια άναβαν φωτιές για να τα «κάψουν» και στη συνέχεια να τα ισιώσουν. Σε τούτη τη περίπτωση είχε κυριολεκτική εφαρμογή η γνωστή παροιμία «το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει». Ο λούρος ήταν το όπλο, το μοναδικό εργαλείο των τιναχτάδων.Σαν έφταναν κατάκοποι στη Μάνινα, κάθε χωριό στο «τεμάχι» του, πρώτη φροντίδα ήταν η εγκατάσταση, καθένας να στήσει το «γορδί» του. Πόσες και πόσες γενιές δεν έστησαν τη φρατζέτα τους στον ίδιο τόπο και δεν αντιμετώπισαν τα ίδια προβλήματα. Όλα δύσκολα και πάνω απ’ όλα το νεράκι του Θεού.Ανάλογα με τις φαμέλιες που συγκεντρώνονταν σε κάθε τεμάχι, ήταν και τα μερίδια που κληρώνονταν.Με το χάραμα άρχιζε η συγκομιδή με πρωταγωνιστές τους «τιναχτάδες» και τα «λούρια» τους, βέβαια.Ο τιναχτής έπρεπε να είναι ψύχραιμος, προσεκτικός, να έχει την ικανότητα να «σκαλώνει» και στις πιο δύσκολες βελανιδιές και να καταφέρνει να ισορροπεί, ώστε να έχει ελεύθερα τα χέρια του, για να χειρίζεται το λούρο.Πολλές βελανιδιές ήταν «καλανέβατες», ενώ επίσης πολλές ήταν δύσκολες, «γκρίτζαλες», όπως λέμε. Ο κορμός τους τιναζόταν κατακόρυφος, τα σταυρώματα βρίσκονταν ψηλά. Συχνά χρειαζόταν να πετάξουν τριχιά και με τη βοήθειά της να σκαρφαλώσουν, και τι να πει κανείς για δένδρα που ήταν σε «ρόβολο», σε γκρεμίλα. Τα ατυχήματα ποτέ δεν έλειψαν και αρκετά υπήρξαν θανατηφόρα. Σκληρή η δουλειά για όλους μέσα στο λιοπύρι, στ’ αγκάθια, στα λιθάρια, στους σκορπιούς και στα φίδια. Εισόδημα πληρωμένο με πολύ ιδρώτα και με αίμα ακόμα. Με το βασίλεμα του ήλιου το γορδί ζωντάνευε, ξεφόρτωναν το βελανίδι της ημέρας, το απλώνανε στα αλώνια, ενώ οι γυναίκες άναβαν τη φωτιά στις «φωτογωνιές», για να ετοιμάσουν το βραδυνό, να φάνε κάτι με το κουτάλι και να απλώσουν μετά το κατάκοπο κορμί τους. Οι μεσίτες των εμπόρων του Αστακού δεν αργούσαν να φανούν με τα καντάρια τους. Το πιο σπουδαίο προτέρημά τους ήταν η τέχνη τους να «τσακίζουν» το καντάρι, ώστε να κλέβουν δύο – τρεις οκάδες σε κάθε ζύγι. Ήταν μια αυτοπριμοδότηση που συμπλήρωνε το μεσιτικό τους.Αλλά και μια υποτυπώδης αγορά δεν έλειπε από τα «γορδιά», λείπει μαθές ποτέ το αλισβερίσι; Μαγαζιά του Αστακού ή και του Αντελικού ακόμα, έστηναν παραρτήματα, πρόχειρες καλύβες με λίγα ψώνια, όπως πανικά, ψιλικά, κεφαλομάντηλα, κάλτσες κ.α. ανταλλάσονταν με βελανίδι.Τέλος πως μπορούσε να λείψει ο καφετζής. Μια μπουκάλα ούζο, ένα κουτί λουκούμια, κανα δυο μπρίκια για καφέ, μια φωτογωνιά κι ένα ασκί με νερό ήταν όλα κι όλα τα καπιτάλια του καφενέ.Οι μέρες περνούσαν με μόχθο πολύ, με στέρηση αλλά και με τραγούδια και με χορούς ακόμα. Αν το βελανίδι είχε βγάλει τη βελάνα του, δηλ. αν η βελάνα έβγαινε από το κύπελλο, έπρεπε η φαμέλια να καθίσει σταυροπόδι γύρο από το σωρό, να παραμερίσει κούραση και νύστα, και να «ξεβαλανιάσει».Μετά την πώληση γινόταν το «σάκιασμα» σε τσουβάλια που έφερναν οι έμποροι, το ζύγισμα και η πληρωμή και στη συνέχεια η μεταφορά στις αποθήκες. Τη μεταφορά έκαναν τα παλιά χρόνια Πραμαντιώτες λαο Καραγκούνηδες αγωγιάτες. Φάλαγγες τα αλογομούλαρα, φορτωμένα με το προϊόν του μόχθου των χωριών του Ξηρομέρου, έπαιρναν το δρόμο για τις αποθήκες. Στον ευλίμενο όρμο του Αγ. Παντελεήμονα, που μια γλώσσα τον χωρίζει από το πασίγνωστο πια Πλατυγιάλι, υπήρχε ολόκληρο συγκρότημα αποθηκών, κάθε Αστακιώτης βελανιδέμπορας και τη δική του. Εκεί γινόταν επεξεργασία, συχνά γυρίσματα των σωρών για να μην «ανάψει» το εμπόρευμα, ώσπου κλείνοταν οι παρτίδες με πελάτες του εσωτερικού και εξωτερικού και έφτανε η ώρα που το λιμάνι ζωντάνευε. Μεγάλα μπάρκα, με τρία άρμπουρα, Καντηλιώτικα, Καλαμισάνικα, Θιακά, μπάρκα που πάλευαν ακόμα και με του Ατλαντικού το κύμα, φόρτωναν για τη Μάλτα, το Τριέστι, Μυτιλήνη, κ.α.Κι οι χωρικοί μας, με κάπως ζεστές τις τσέπες, φόρτωναν τα σέα τους και κινούσαν για τα χωριά ή λοξοδρομούσαν για το πανηγύρι του Λιγοβιτσιού, που κράτησε μέχρι το 1920.Πραμάτειες κάθε λογής, πανικά διάφορα, ψιλικά, ντουλαμάδες, σαλάχια, τσαρούχια, σιδερικά και ένα σωρό άλλα πανηγυριώτικα πράγματα περίμεναν τον κάθε νοικοκύρη να αδειάσει τις τσέπες του.Σαν έμπαινε για τα καλά ο χινώπορος με τις πολλές βροχές, οι βελανιδιές έριχναν όσες «κακατσίδες» είχαν διαφύγει το χτύπημα του λούρου. Οι γυναίκες των χωριών, που ήταν κοντά στους βελανιδιώνες, έβγαιναν και μάζευαν αυτή τη «χάχλα», που πουλιώνταν όμως στη μισή τιμή του «μάτερου» βελανιδιού. Κάποιες τρυπούλες μπάλωνε και η χάχλα.Μα τα χρόνια άλλαξαν, το άλλωτε πολύτιμο βελανίδι πέρασε στα αζήτητα, άλλες ασχολίες, άλλες οι πηγές βιοπορισμού των χωριών μας, άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Όμως οι υψικάρηνες κι αγέρωχες βελανιδιές εξακολουθούν να ξυπνούν τις αναμνήσεις στους παλαιούς των ημερών και να θυμίζουν μια εποχή πραγματικά ηρωϊκή.






















